Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Το ανάθεμα - αφήγημα του Μάριου Μιχαηλίδη σε ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ


Ο κύριος Μάριος Μιχαηλίδης μας έκανε την μεγάλη τιμή να μας στείλει ένα δικό του αδημοσίευτο αφήγημα που προσθέτουμε στο ιστολόγιο μας μαζί με την αφιέρωση του συγγραφέα. 
Κ.ε Μιχαηλίδη, σας ευχαριστούμε θερμά!

   Το  ανάθεμα 


Στον  Νίκο Κουνενή, στους ευγενείς αναγνώστας του Οστεοφύλακος και προς πάντα φιληδόνως περίεργον.      
   
Οι  Ποιμενάρχες εξεπλάγησαν όταν έλαβαν επιστολήν υπογεγραμμένην δι’ ερυθράς μελάνης και φέρουσαν την μεγίστην σφραγίδα του Αρχιποιμένος. Ναι. Εκτάκτως συνεκαλούντο. Δεν επρόκειτο περί ασκήσεως ετοιμότητος. Διότι ο Αρχιποιμήν, πρώην ιερεύς-ταγματάρχης του ενδόξου ημών στρατού κλπ, κλπ, περιώνυμος εαμοφάγος, από καιρού εις καιρόν εφαντάζετο ότι δρασκελά βουνά και ραχούλες διώκων τους αντιχρίστους. Αυτή την εμμονή την πλήρωναν όχι μόνον οι νέοι αλλά και οι παλαιότεροι Ποιμενάρχες με έκτακτες συγκλήσεις και σε στιγμές που η αγιότης των παρεδίδε το σαρκίον στην αγκαλιά του ύπνου. Ναι. Το πράγμα διέφερε. Ήδη, απεκλείσθη το ενδεχόμενον της αγυρτίας των υπεξαιρέσεων από τα Ιεροταμεία, καθώς και της βδελυράς εκείνης εκδοχής του ποιμενάρχου – αρσενοκοίτου. Αυτά χαλκεύονται εξακολουθητικώς από τους εχθρούς της εκκλησίας, οπότε και επιβάλλεται να τα παρακάμπτει κανείς. Το πράγμα ήτο σκοτεινόν και προμήνυε πολλά.
      Η έκτακτη σύνοδος των Ποιμεναρχών πραγματοποιήθηκε εις το Μέγα Συνοδικόν της Μονής Φερνάζη. Νωρίς συνέρρεαν τα συνεργεία των δημοσκόπων με τις στίλβουσες νεαρές και το πάθος των μικροφώνων στις σφιχτές των παλάμες. Και αυτές απορούσαν. Όμως, μάταια πίεζαν τους εκ των έσω ιερωμένους, οι οποίοι αδιάφοροι, δήθεν, έκοβαν άνθη και λωτούς από τους κήπους της πανσέπτου Μονής. Και η υπόθεση έτεινε να προσλάβει χαρίεσσαν πλησμονήν με την ελαφρότητα των ακκιζομένων νεαρών με τους δυστυχείς κληρικούς. Ώσπου η ατμόσφαιρα άλλαξε, όταν άρχισαν να καταφθάνουν απαστράπτουσες τροχήλατες άμαξες, μελανόχροες. Ώ, τι χάρις… Ο Αιδίων και Μαρμαρυγής, ο Πρόκλων και Τεκτονίας, ο Αρσενίας και Θυλάκων, ο Πεονίας και Αμφιλύκης, Ο Τρυφίας και Ερμαφροδαίων…όλοι, μα όλοι των λαμπροί…
      Εις μάτην, πάλι, οι στίλβουσες με τα επιμήκη  ανά χείρας συνωθούντο και ρωτούσαν τι και πώς και γιατί. Οι Ποιμενάρχες, ανέκφραστοι, ύψωναν την παλάμη εν είδει  ευλογίας και με βήμα ταχύ εισήρχοντο δια της μεγάλης πύλης εις τα ένδον της Μονής. Ώ, τι μυστικοπάθεια αλλά και τι σύγχυση στα συνεργεία με τους ωραίους τρίποδας και τους προβολείς…
      Από το Μέγα Συνοδικόν περίσσευε η  λαμπρότης. Παντού χρυσοποίκιλτα ερμάρια, κουρτίνες και τοιχογραφίαι εμμένουσαι στη θέωση μακαριστών Αρχιποιμένων. Και, επιτέλους, η Εις Άδου Κάθοδος, ακριβής μίμηση της τοιχογραφίας που κοσμούσε πάλαι ποτέ το Οστεοφυλάκιον, έργον του εκ Κοζάνης, Γεωργίου Πιφλιντζή, ήτο επιμελώς κεκαλυμμένη. Άλλωστε, επήλθε συμφωνία. Η σεβαστή κοσμική εξουσία συμφώνησε κατά πάντα. Ουδέποτε υπήρξε  Πιφλιντζής, μόνον ο Βούλγαρος Γκεόρκ Πίφλι. Η εμμονή του περιέργου εκείνου Οστεοφύλακος για ένα όνομα τόσον ασαφές παρ’ ολίγον να προκαλέσει διπλωματικόν επεισόδιον με την γείτονα. Επιτέλους, τώρα, μόνον σκηναί θεώσεως. Βέβαια, οι Ποιμενάρχες εξέλαβαν την ενέργειαν να καλυφθεί η τοιχογραφία, ως αποτρεπτικήν του θανάτου. Άλλωστε, μετά από τρεις συνεχόμενες αποδημίες υπέργηρων ποιμεναρχών, το κακόν έπαυσε και τώρα όλοι ευελπιστούν ότι δεν πρόκειται να επανέλθει στο ορατό τουλάχιστον μέλλον.
      Οι  ποιμενάρχες, αλληοασπαζόμενοι, αστεϊζόμενοι, βλοσυροί, καχύποπτοι και άλλοι αδιάφοροι  ή αδημονούντες, εκάθησαν στο σύνθρονο σε ομόλογες ομάδες. Τα βλέμματά των διασταυρώνονταν πλαγίως και ευθέως. Και τι περίεργο! Ορισμένοι έδειχναν να συμφωνούν και με άλλους άλλων ομάδων και να κινούν τα νήματα μιας υπόγειας κατά τα άλλα συνομιλίας. Όλα αυτά όμως έπαυσαν δια μιάς, όταν εισήλθε στην Συνοδική Αίθουσα ο Αρχιποιμήν μετά πολυπληθούς κουστωδίας νεαρών ιερωμένων. Εστάθη σε ένα βάθρο και σοβαρός έφερε το βλέμμα του ένα γύρο. Αυτό έκανε πάντοτε, για να επιβεβαιώσει τον αριθμό των συμπαθούντων και των αντιπαθούντων και να καταγράψει - προχείρως εννοείται – τις τυχόν αλλαγές. Οι κώδικες που είχεν επινοήσει συνεδύαζαν το δικό του απλανές, δήθεν, βλέμμα με τις αντιδράσεις των ποιμεναρχών. Λόγου χάριν, το χαμηλωμένο βλέμμα και η ελαφρά κάμψη του αυχένος εσήμαινε: «Εξακολουθητικώς στηρίζω την Αγιότητά σας». Αντιθέτως. Το ευθυτενές και ατάραχο βλέμμα υποδήλωνε: «Σας καταμέμφομαι. Απλώς μην εξωθείτε την ανοχήν μου εις τα άκρα». Ακόμη, το βλέμμα που το συνόδευε ελαφρά σύσπαση του προσώπου, υποδήλωνε αδημονία για την πορεία μιας εν εξελίξει συναλλαγής. Αυτά διαρκούσαν ελάχιστα και, παρ’ ότι όλοι γνώριζαν πως επρόκειτο περί  κωδίκων, κανένας δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Αντιθέτως, πολλοί, ακόμη και γνωρίζοντες, αντιδρούσαν σαν σε Αρχιποιμενικό χαιρετισμό. Δια τούτο ευθύς ακολουθούσε το «Εις πολλά έτη Δέσποτα». Την ίδια όμως στιγμή διογκωνόταν το ενδιαφέρον και η απορία για το σκοπό της συγκλήσεως των ποιμεναρχών εις το Μέγα Συνοδικόν της Μονής Φερνάζη. Όμως, οι εικασίες παρέμεναν εικασίες χωρίς τίποτε να αποκαλύπτει ακόμη και καθ’ υπαινιγμόν τον σκοπόν της συνάξεως.
      Η απορία εκορυφώθη όταν χαμήλωσαν τα φώτα και ακούστηκε ελαφρύς τριγμός στον τοίχο πίσω από τον Αρχιποιμένα. Μία οθόνη έκανε την εμφάνισή της και ευθύς δέσμη φωτός κατέπεσε επί της λευκοτάτης επιφανείας. Ένα παρατεταμένο «Ω!...» κατεπνίγη από ψιθύρους δια τα εικονιζόμενα. Επρόκειτο περί δύο μικρόσχημων βιβλίων ενός υπολεύκου και ενός φαιόχρου. Και τα δύο έφερον εικόνας μετά ονομάτων, τίτλων και σημείων κοινής εκδοτικής καταγωγής. Το ένα με τίτλο Ω! του θαύματος συνέγραψεν ο Νίκος Κουνελής και το άλλο με τίτλο Ο Οστεοφύλαξ, ο Μάρκος Μιχοβίτης. Όμως, εκεί που τα βλέμματα διασταυρώνονταν και αρχιερατικά χέρια σχημάτιζαν σταυρούς, εκεί που λευκές κεφαλές αποστρέφονταν τις εικόνες και παλάμες ανοιχτές απωθούσαν το μιαρόν της υποθέσεως - γιατί ήδη όλοι κατάλαβαν πως όλα αυτά ήσαν προπομποί αναθέματος -, άρχισαν να πέφτουν αστραπόβροντα και να συνταράσσεται το Μέγα Συνοδικό. Από μυστική πηγή εκπέμπονταν ακτίνες και υπεράνω των ποιμενικών κεφαλών σχηματίζονταν τεχνηέντως κεραυνοί και, το πλέον θαυμαστό, περιφέρονταν διαγράμματα εικόνων ενός…δύο …τριών προσώπων, ενώ φωνή εκ βαθέων ανέκραζε: Ανδρέας Λασκαράτος…Εμμανουήλ Ροϊδης…Νίκος Καζαντζάκης… Οι ποιμενάρχες κατεπλάγησαν από το πυρ το εκτοξευόμενο από κάποια μακάβρια χοάνη που έμοιαζε να ανασκαλεύει τα έγκατα της γης. «Ω! το θαύμα της εν Θεώ τεχνολογίας!» ανέκραξε νεαρός ιερωμένος με κινήσεις όλο χάρη. Φαινόταν πανευτυχής. «Το θαύμα της εν Θεώ τεχνολογίας» επανέλαβαν μερικοί, κάμπτοντας την κεφαλήν εμφανώς, εμφανέστατα, βέβαιοι ότι ο Αρχιποιμήν τους προσέχει.
      Η αίθουσα φωτίστηκε, αλλά παντού ήταν διάχυτη η ταραχή από το βόμβο και τις ακτίνες με τις μορφές των θυμάτων του αναθέματος. Οι ποιμενάρχες βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση, ενώ ορισμένοι είχαν ήδη περιπέσει σε βαθιά περισυλλογή. Λίγοι μόνο συζητούσαν χαμηλοφώνως, καταφάσκοντες ή διαφωνούντες και γενικά στο Μέγα Συνοδικό επικρατούσε ένταση. Άλλωστε, οι καιροί άλλαξαν, τα ήθη, επίσης, άλλαξαν και κανείς ιερωμένος δε θα ήταν πρόθυμος να συγκατανεύσει σε ένα νέο ανάθεμα. Πολλοί μάλιστα, τολμηροί, προδίκαζαν την απαξίωση τυχόν υποστηρικτικής του αναθέματος αποφάνσεως. «Η δύναμις των μέσων, έλεγαν, είναι μεγάλη, όπως και η περί την εκκλησίαν εμπάθεια ορισμένων δημοσιογράφων…». Γι αυτό και ήταν μάλλον αβέβαιον εάν το ανάθεμα επιπέσει, τελικώς, επί τας κεφαλάς των συγγραφέων ή εις αυτάς των αγίων πατέρων. Οι ποιμενάρχες αυτά διενοούντο και εταράττοντο σφόδρα.
      Ο Αρχιποιμήν παρετήρει, παρετήρει…Ασφαλώς, πραγματοποιούσε τις αναγκαίες προσαρμογές, ώστε ο λόγος του να είναι αφενός καθησυχαστικός και ενθαρρυντικός και αφετέρου αποφασιστικός και καταπελτικός. Η θητεία του στις μυστικές υπηρεσίες του στρατού τον κατέστησε πλέον έμπειρον εις την ψυχολογίαν των μαζών. Το ανέκφραστον του προσώπου του δεν άφηνεν αμφιβολία ότι είχε παύσει να εικάζει και ότι, ήδη, ήταν βέβαιος περί των πομεναρχικών ανησυχιών και προθέσεων. Όταν θα άρχιζε να ομιλεί, όλα θα άλλαζαν. Οι Κουνελής και Μιχοβίτης εδέχθησαν το δαιμόνιον! Αυτό υποστήριζε και ο Πρωτοκοιμώμενος γέροντας του Αρχιποιμένος. Επιπλέον, «το δαιμόνιον πάντοτε φοβίζει τους ποιμενάρχας…», σκέφτηκε.
      Πρώτα ανεγνώσθησαν αποσπάσματα από τα κατάπτυστα κείμενα. Το δαιμονιακόν εύρημα του Κουνελή να παρουσιάσει τον όσιο Πρόκλο Γ΄(τον Ευσεβή) ως πάσχοντα από πριαπισμόν, διέγειρε τους Συνοδικούς. Από τον Αρχιποιμένα δεν διέφυγε ότι κάποιοι νέοι ποιμενάρχες υπομειδίασαν και έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον Πεονίας. Ακολούθως, ακούσθησαν τα ολωσδιόλου χυδαία και υπονομευτικά για το ήθος των ποιμεναρχών, για την ανελπίστως παρατηρηθείσα, ευρωστία των Ιεροταμείων της περοχής Μαγούλα – εσχάτως μετενομασθείσης εις Παρειάν – μετά την νεκρανάστασιν του οσίου Πρόκλου. Και τότε, πάλιν, ο Αρχιποιμήν παρετήρησε να διασταυρώνονται βλέμματα με εύληπτους υπαινιγμούς. Αμέσως μετά έλαβε ο ίδιος το λόγο και στην αίθουσα επικράτησε νεκρική σιγή. «Πάντα ταύτα, είπε, αποτελούν ύβριν δια την εκκλησίαν και το πλήθος των πιστών. Ο περί ου ο λόγος Κουνελής δηλώνει άθεος. Πληροφορίαι όμως βεβαιώνουν ότι πρόκειται περί δωδεκαθεϊστού ή και σατανιστού». Την ίδια στιγμή στην οθόνη φάνηκε εικόνα με τον Κουνελή ενδεδυμένον χλαμύδα λευκήν και φέροντα επί του στήθους περιδέραιον με ανοικτόν οφθαλμόν. Ευθύς αμέσως άλλη εικόνα εμφάνιζε τον Κουνελή με μανδύα μελανόν και με δύο ακέφαλους πετεινούς ανά χείρας. Οι ποιμενάρχες κατεπλάγησαν και μετά την πρώτη παρατεταμένη έκπληξη άρχισαν, πρωτοστατούντος του Πεονίας και Αμφιλύκης, να κραυγάζουν εν χορώ «Ανάθεμα! Ανάθεμα! Ανάθεμα!». Έπειτα το θαύμα της εν Θεώ τεχνολογίας κατατεμάχισε τον Κουνελή, έως ότου επί της οθόνης απέμεινε μία μαύρη σκιά, ένα στίγμα οιωνεί αποδομούμενο μέχρι πλήρους αφανισμού του.
      Μετά  το πρώτο ανάθεμα, άρχισε η τέλεσις  για το δεύτερο. Ο Μάρκος Μιχοβίτης υπήρξε σκαιός και απεχθής έναντι του Μητροπολίτου Αρδιαίας και Δαμασκηνής. Μετεχειρίσθη χλευασμούς, ύβρεις, υπαινίχθη φιλολαγνείαν και ετεροφιλίαν και πάντα ταύτα εκ στόματος βορβορώδους πλην όμως επιμελώς κεκαλυμμένου υπό ατόμου φέροντος το ψευδεπίγραφον όνομα «αφηγητής». Αυτά, πρώτος κατεμαρτύρησε και δη λίαν επαινετικώς, γραφεύς τις ονόματι Ξιφάριος και ακολούθησαν άλλοι και άλλοι της ιδίας ευτελούς συνομοταξίας γραφείς. «Αφηγητής»! Γέννημα νόθον, νοσηρόν, αλλότριον και σατανικόν. Αλλά ο Μιχοβίτης δεν εσεβάσθη ούτε την καταγραφείσαν υπό της ιστορίας γενναιότητα του άλλοτε λοχαγού – ιερέως, ο οποίος επί μήνας οκτώ και ημέρας τρεις ευρέθη εις τον Γράμμον, ευλογών τα όπλα τα ιερά. Αυτός ο Αρδιαίας, φέρων ως παράσημα τα επτά τραύματα τα τελεσθέντα υπό των κομμουνιστών, τελικώς εμακαρίσθη με το στίγμα του σαρκασμού, με το οποίον εφρόντισε ο Μιχοβίτης να τον κατακοσμίσει. Αυτά είπεν ο Πρωτοφίλερος του Αρχιποιμένος και ευθύς η οθόνη, προς την οποίαν είχαν ήδη στρέψει τα βλέμματά τους οι ποιμενάρχες, κατέγραφε τεκμήρια δια τον δαιμονιακόν Μιχοβίτη. Ως πρώτον προέβαλε χορωδίαν νεαρών με τον Μιχοβίτη να έχει στη ματιά του τη φλόγα της εφηβικής λαγνείας και να τη στρέφει προς τη νεαρά καθηγήτριάν του. Μετά ανεγνώσθη απόσπασμα στο οποίο ο μιαρός αφηγητής αποκαλύπτει τους έρωτες του Οστεοφύλακος προς την καθηγήτρια, Ναταλία Λεοντίδου, αλλά και τας συναιρέσεις του με χήρες και με ανεψιές εκλεκτών κιβωτιόσχημων με κορυφαίαν την φερώνυμο ως «κεκαυμένη». Όμως, το μέγιστον κακόν είναι το ότι δια τας ύβρεις του εδανείσθη και κατεξευτέλισε την γλώσσα των Πατέρων δι ης το πνεύμα ανένηψε και η πίστις εστερεώθη. Προς πάντα ταύτα τον εξώθησε ο μυστικοσύμβουλος του συγγραφέως Νικήτας Πασίρης καθώς και άλλοι περί την σατανικήν γραφίδα ικανοί. Ακολούθως, η οθόνη γέμισε με κινούμενες λέξεις και ζεύγη λέξεων με δήθεν αμφισημίες, αλλά ποιητικώς ανοίκιες ως καταμαρτυρεί ο εκ Κύπρου ευσεβής Λουκάς Αβυσσινός, ικανότατος περί την Παλατινήν λογοτεχνίαν. Επομένως, πρόκειται περί ατόμου λάγνου και εμπαθούς, ερεβώδους και αμαρτωλού.
      Οι  ποιμενάρχες άκουγαν και φάνηκε ότι δεν ήθελαν να σταματήσει το κατηγορητήριο. Προφανώς, μερικοί, κινούμενοι από αναγνωστική περιέργεια, προμηθεύτηκαν  το φερόμενο ως κατάπτυστο βιβλίο. Άλλωστε, του Μάρκου Μιχοβίτη και του Γεωργίου Ιωήλ το βιβλίον «Αναστάσιμα», ηγοράσθη υπό της Αρχιποιμενίας και διενεμήθη εις απάσας τας ιεράς μονάς και τας Μητροπόλεις. Γιατί λοιπόν η τόση εμπάθεια ή ποιο, τελικώς, δαιμόνιο έπληξε τον Μιχοβίτη;
      Τα  φώτα περιέλουσαν την αίθουσα και ο Αρχιποιμήν φαινόταν κατάπληκτος. Το Ανάθεμα του Μιχοβίτη προς στιγμή απομακρυνόταν. Όμως, η αγιότης του δεν ήταν συνηθισμένη σε υποχωρήσεις. Τα μάτια του ήταν γεμάτα συγκρατημένο θυμό καθώς τα περιέφερε στο Μέγα Συνοδικό αναζητώντας κοινούς όρους συμπαιγνίας με ορισμένους, οι οποίοι θα συνέπρατταν ευχαρίστως με αντιμισθία την απαλοιφή υποψιών αλλά και επιβεβαιωμένων αξιομέμπτων πράξεων. Επέμεινε και μάλιστα διεισδυτικώς στον Αιδίονος και Μαρμαρυγής καθώς και στον Πεονίας και Αμφιλύκης, οι οποίοι μόλις το αντελήφθησαν έκαμψαν ελαφρώς τον αυχένα. Μετά έστρεψε το βλέμμα του επιμόνως στο πίσω μέρος της αιθούσης και ευθύς σκοτείνιασε. Παντού έρεβος. Από τη μυστική χοάνη άρχισε να εκρέει συριγμός, ελαφρύς στην αρχή αλλ’ ολοέν’ αυξανόμενος και καταλήγων εις βόμβον ηχηρότατον, στον οποίο ανεμειγνύοντο δυσερμήνευτοι τριγμοί και φωνές σφαγιαζομένων. Παράλληλα, άρχισαν να διαπερνούν την αίθουσα ακτίνες, να εγγίζουν τας λευκάς κεφαλάς και να περιφέρουν πάλι διαγράμματα προσώπων, στα οποία προσετέθησαν δύο νέα, του Κουνελή και ανελπίστως του Νίκου Φυσουνάκη, πολιτικού λίαν ατιθάσσου και προκλητικού. «Και αυτόν και αυτόν…» απάντησε ο Αρχιποιμήν, όταν τον ερώτησε ο χαρίεις ιερωμένος μέσω αοράτων συστημάτων. Εγνώριζε, βεβαίως, ότι ο Φυσουνάκης δεν είχε αναθεματιστεί, παρ’ ότι το θέμα ετέθη υπό του μακαριστού Αρχιποιμένος. Επήλθε, όμως, καταλλαγή και επρυτάνευσε η σύνεση μεταξύ των διεστώτων μερών, της τε κοσμικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας.
      «Όποιος δεν υποτάσσει τη γραφίδα του στην υπέρτατη βούληση, έστω ανάθεμα», κραύγασε ο Πρωτοφίλερος. Τότ’ ευθύς, ακτίνα φωτός περιέλουσε τον Αρχιποιμένα, ο οποίος σηκώθηκε και ύψωσε τα χέρια του, οιονεί επικαλούμενος δυνάμεις για τις οποίες ήταν βέβαιος ότι εκείνη την ώρα κατέκλυζαν το Μέγα Συνοδικόν. Η ταραχή των ποιμεναρχών υπήρξε μεγάλη. Η εν Θεώ τεχνολογία πραγματοποιούσε άλλη μία ανατροπή. «Ανάθεμα! Ανάθεμα!...» ακούστηκε από έναν μικρόσωμο και μονόφθαλμο ποιμενάρχη. Το ίδιο επανέλαβαν τρεις, τέσσερις άλλοι και η αίθουσα άρχισε να δονείται από λυσσαλέες κραυγές: «Ανάθεμα…εις το πυρ το εξώτερον…».
      Ο θρίαμβος του Αρχιποιμένος ήταν αδιαμφισβήτητος. Τώρα, όλοι έλπιζαν ότι το καταστροφικό για την εκκλησία ρεύμα θα ανακοπεί. Διότι είχαν, όντως, εμφανιστεί στοιχεία διαβρώσεως, τα οποία, ήδη, εξέθεταν την εκκλησία. Η αυξανόμενη πορεία των επικρίσεων για κακοδιαχείριση των εσόδων, η εκκοσμικευμένη κίνηση της Αρχιποιμενίας να ιδρύσει εταιρεία φιλανθρωπίας καθώς επίσης όλα εκείνα τα περί φιλολαγνίας κλπ...,κλπ..., ορισμένων ποιμεναρχών, επέβαλλαν να αναζητηθεί διέξοδος. Όπως και έγινε. Κουνελής και Μιχοβίτης! Εις το πυρ το εξώτερον…
      Την επόμενη μέρα όλα τα έντυπα ασχολούνταν  με το ανάθεμα. Το μεγαλείο της μικρόνοιας απέδειξε ότι μπορούσε να κατισχύσει έναντι οποιασδήποτε αξίας, έργου ή προσώπου. Οι θλιβεροί ιεροφάντες δρασκέλισαν πάλι και πάλι την αντίπερα όχθη και πυρπόλησαν ό,τι έμελλε δήθεν να αποβεί…μολυσματικό. Και το πλέον θλιβερό, ομότεχνοι των συγγραφέων και γενικά «άνθρωποι του χώρου» επέχαιραν χωρίς αιδώ. Ασίγαστο το μίσος. Και ο φθόνος , χείριστος σύμβουλος…
      Ο υπουργός παιδείας τινάχθηκε δίκην ελατηρίου, μόλις ακούστηκε η φωνή του Πρωτοφίλερου, η εκφράζουσα τας βουλάς του Αρχιποιμένος. «Μα, βεβαίως…στις πέντε», ψέλισε.
      Στις  πέντε ακριβώς ο θυρωρός ανήγγελλε την άφιξη της αγιότητός του. Ο κ. υπουργός τον υποδέχτηκε στην είσοδο του γραφείου του και μετά από τον τυπικό ασπασμό παρέλαβε τη Συνοδική απόφαση του αναθέματος. Το βλέμμα του Αρχιποιμένος ήτο αυστηρόν, αυστηρότατον και περίπου υποδήλωνε ότι επ’ ουδενί ήθελε να συζητήσει περί των πεπραγμένων. Η υπογραφή του υπουργού ήταν θέμα βεβαίως τυπικό, αλλά χωρίς αυτήν, το ανάθεμα δεν μπορούσε να αποσταλεί και να αναγνωσθεί στους ναούς της επικράτειας.
      Ο κ. υπουργός ήταν τωόντι αμήχανος. Μόλις δύο ημέρες πριν είχε αναλάβει το αξίωμα και τώρα κατανοούσε την αποστροφήν του προκατόχου του ότι «πρόκειται για ένα υπουργείο που ομοιάζει με βραδυφλεγή βόμβα». Νέος αυτός και ταχυφλεγής, θεώρησε εντελώς τυπική τη συμβουλή. Ιδίως, μάλιστα, όταν παρέκαμψε την αντίδραση των πρυτάνεων σχετικώς με το νόμο 4578/2007, ο οποίος καταργούσε τον 70/1832 «περί επιδόματος τσαρουχίων, τηβέννου και λευκής φενάκης» , αισθάνθηκε δυνατός, πολύ δυνατός. Να, όμως, που τώρα βρισκόταν μπροστά σε μια ανυπέρβλητη δυσκολία. Ούτε καν τολμούσε να σκεφτεί μία ηρωική έξοδο. Άλλωστε, ήταν ολιγοήμερος και δεν είχε προλάβει να κοσμίσει το αξίωμά του με τη σφραγίδα μιας δυναμικής παρουσίας. Ακόμη και να ύψωνε ένα μεγάλο «όχι», ποιος θα τον πρόσεχε; Πράγματι, ο κ. υπουργός αντιμετώπιζε πρόβλημα «οντότητας».
      Οι  σκέψεις αυτές διήρκεσαν ελάχιστα, όσο κράτησε η ευγενική κίνηση προς τον υψηλό επισκέπτη να καθίσει. Ούτε καν η τυπική περί της υγείας του Αρχιποιμένος ερώτηση μπόρεσε να διασκεδάσει την αμηχανία του κ. υπουργού, στην οποία τώρα προσετίθετο ελαφρά σύγχυσις.
      Ο Αρχιποιμήν ήτο καλά εις την υγεία  του και καλύτερα θα αισθανόταν, αν ο κ. Υπουργός υπέγραφε αμέσως τη Συνοδικήν απόφαση. Άλλωστε, έπρεπε να αποσταλεί και να φθάσει έγκαιρα, ώστε να προλάβουν οι ιερείς να την αναγνώσουν ιδιωτικά και μετά από άμβωνος. Ασφαλώς, οι πλείστοι γνώριζαν ανάγνωση, ήταν όμως αβέβαιον αν όλοι αντιλαμβάνονταν την ουσία των λόγων, ιδίως οι γεροντότεροι των επαρχιών. Ωστόσο, το πράγμα μπορούσε να παρακαμφθεί με την αποστολή εκλαϊκευμένου εντύπου, διανθισμένου με τοπικά γλωσσικά στοιχεία. Άλλωστε, το πρόβλημα δεν περιοριζόταν μόνο στους ιερείς. Άραγε, πόσες άλλες λέξεις εκτός από το «ανάθεμα» θα ήταν δυνατό να κατανοήσουν οι αγαθοί πιστοί των επαρχιών; Όμως, ο Αρχιποιμήν γνώριζε πολύ καλά, ότι το όλο θέμα δεν ήταν σημαντικό. Προείχε το ύφος! Μία πράξη αναθέματος όφειλε να περιβληθεί με ανάλογο ένδυμα. Η γλώσσα με τα τεχνάσματά της έπρεπε να διαμορφώνει ύφος οιονεί εκπορευόμενον από τας εσχατιάς των Ιερών Συνόδων και εκ στόματος αρχιερέων-συνομιλητών με την αγαθότητα και τη φιλευσπλαχνία Του, αρχιερέων-ζηλωτών και ευρισκομένων εγγύτατα του ύφους των προφητών τη στιγμή που εκτοξεύουν τα πυρρά τους λόγια κατά της αγυρτίας των εθνικών, των πολυθεϊστών, των αθεϊστών και των αθρήσκων. «Ούτε λόγος για αλλαγή στο ύφος» τον συμβούλευε ο γέροντας Πρωτοφίλερος. «Εδώ προέχει το ανάθεμα και η επί πάντων δική σου επιβολή». «Ούτε βήμα πίσω…» σκεφτόταν ο Αρχιποιμήν. Το κίνημα ορισμένων νέο-χριστιανών και κυρίως η απαίτηση για ριζικές αλλαγές στο λειτουργικό τυπικό και στη γλώσσα της εκκλησίας τον εύρισκαν όχι μόνο αντίθετο, αλλά του προκαλούσαν πολεμική διάθεση. Οι δύσμοιροι νέο-χριστιανοί, μεταξύ των οποίων ο εκδότης Μαυρόγλου, ο καθηγητής Φαναράς και ο τραγουδοποιός Σαυρόπουλος, εκινούντο εξ αγαθής προαιρέσεως πλην, όμως, κατεπονούντο εις μάτην.
      Τη  στιγμή που άπλωνε το χέρι του ο κ. υπουργός, το τρέμουλο ήταν τόσο εμφανές, ώστε το υπογεγραμμένο πλέον έντυπο τού ξέφυγε, μα πριν προλάβει να βρεθεί στο πάτωμα, τίναξε το σώμα του και το άρπαξε. Μόνο που την ίδια στιγμή, παραπάτησε κι έπεσε. Ευτυχώς! Η Συνοδική Απόφασις απλώς μετεωρίστηκε και πριν καταπέσει ανηρπάγη αερόβιος! Έτσι, περισώθηκε η τιμή και η υπόληψη του Αναθέματος.
      Ο Αρχιποιμενάρχης αναχώρησε και  ούτε καν απηύθυνε το λόγο στον κ. υπουργό. Μόνο τον κοίταξε με οίκτο, όταν εκείνος τον διαβεβαίωνε πως τίποτε δεν είχε πάθει. Όμως, καθόλου δεν ησύχαζε.  Σκεφτόταν διαρκώς τις αντιδράσεις. Έβλεπε τους συναδέλφους του υπουργούς να τον κοιτούν άλλοι αδιάφορα και άλλοι περιπαικτικά, παρ’ ότι είχε συμφωνηθεί να μη έρθει κανείς σε ευθεία σύγκρουση με την εκκλησία. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια και είδε μπροστά του τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με τους πηχυαίους τίτλους και τα μεγάλα μαύρα γράμματα: Το Ανάθεμα στον υπουργό – θρίαμβος του Αρχιποιμένος.
      Σκέφτηκε, αν ήταν πιο καλό για τον ίδιο να αντιδρούσε, να έλεγε το μεγάλο όχι ό,τι κι αν αυτό του στοίχιζε. Όμως, έκανε μια ξαφνική κίνηση με το χέρι του σαν να ήθελε να διώξει την ιδέα. Πίστευε πως οι ηρωισμοί πρέπει να αποφέρουν κέρδος και υπό τας παρούσας συνθήκας κέρδος δεν επρόκειτο να υπάρξει. Θεωρούσε μηδαμινό το κόστος από την αναμενόμενη αντίδραση της Ενώσεως Λογοτεχνών. Αυτοί, μάλλον, θα θεωρήσουν ευτύχημα το όλο θέμα, αφού θα τους δοθεί η χάρις κάτι να πουν. Άλλωστε, η τελευταία τους αντίδραση δεν ήταν τότε που ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισαν την αλλαγή χρώματος της στολής των οδοκαθαριστών; Χαμογέλασε ξανά. Από αυτούς δεν είχε λόγο να ανησυχεί. Άλλο τον βασάνιζε. Πόσο θα διαρκούσε το όλο θέμα στον τύπο; Οι απεχθείς δημοσιογράφοι θα έβαλλαν κατά της κυβερνήσεως, θα χτυπούσαν αλύπητα τον πρωθυπουργό και θα επιδίωκαν να αμαυρώσουν την εικόνα του ιδίου. Αμφέβαλλε αν ο φίλα προσκείμενος τύπος θα αντιδρούσε. Το ανάθεμα κανείς δε θα το ανεχόταν.  Άραγε, τι θα έκανε η Μικρά Εφημερίς του εκδότη και εξαδέλφου του, Θύμιου Ανασιάδη; Ήταν αβέβαιο αν θα τον υποστήριζε μετά από τη μεγάλη χορηγία που έλαβε από την Μητρόπολη Μαγούλας. Ναι. Ο Θύμιος αποσκίρτησε. Πολύ νωρίς εκδήλωσε δείγματα αγνωμοσύνης, όταν ο υπουργός αποφάσισε να μην εκτίθεται άλλο. Αλλά για το έντυπο αυτό θα μιλάμε τώρα; Εδώ είναι τα μεγαθήρια. Ποιος τολμά να τα βάλει μαζί τους; Βέβαια, ήταν και αυτό το παρελθόν που τον ακολουθούσε, έτοιμο να αποκαλύψει πολλά στους αδηφάγους δημοσιογράφους. Η επιστροφή του από το Βέλγιο ίσως να μην ήταν λανθασμένη ως επιλογή, αλλά σίγουρα ήταν βεβιασμένη ως ενέργεια. Ο θόρυβος για το θάνατο της συζύγου του Ναταλίας Λεοντίδου και προ πάντων οι περίεργες συνθήκες μέσα στις οποίες συνέβη, έστρεψαν τις υποψίες στο πρόσωπό του. Η ωραία φιλόλογος βρέθηκε νεκρή μέσα σε σκάφανδρο, πράγμα παράδοξο, που όμως συνδέθηκε ευθύς αμέσως με την παθολογική ζήλια που έτρεφε ο ίδιος, δήμαρχος τότε και πολλά υποσχόμενος νέος πολιτικός. Το ταξίδι του στο Βέλγιο και η παραμονή του εκεί έκανε να ξεχαστεί η υπόθεση. Άλλωστε, για τις διωκτικές αρχές η υπόθεση είχε κλείσει και τεθεί στο αρχείο. Επρόκειτο για αυτοχειρία. Σ’ αυτό συνηγορούσε η αδιαμφισβήτητη για πολλούς σχιζοφρενής μανιοκατάθλιψη της Ναταλίας. Οι διαδόσεις για δήθεν ερωτικές σχέσεις με μαθητή της τροφοδότησαν την περιέργεια κατάπτυστων μόνον εντύπων. Τι άραγε από όλα αυτά ήταν έτοιμοι να ανασύρουν οι εμπαθείς δημοσιογράφοι; Και πώς ο ίδιος θα απολογείτο στον πρωθυπουργό, ο οποίος του έτρεφε μεγάλη εμπιστοσύνη;
      Καθώς έπλενε τα χέρια του, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Χαμογέλασε ελαφρά. Ναι, δεν έπρεπε να ανησυχεί. Άλλωστε, κινήθηκε στη γραμμή των συμφωνηθέντων. Ο πρωθυπουργός θα τον συνέχαιρε, ήταν βέβαιος γι’ αυτό…
      Ο γδούπος που θα έκανε του σώμα του πέφτοντας στην άσφαλτο, για ένα πολλοστημόριο του δευτερολέπτου τού προκάλεσε την αίσθηση καταθρυμματισμού. Είδε τα μέλη του διάσπαρτα στην άσφαλτο και πλήθος τρομαγμένου κόσμου να κοιτούν και να υψώνουν το βλέμμα τους, προσπαθώντας να καταλάβουν. Και, τι περίεργο, δεν πονούσε. Μια αόρατη δύναμη αφαίρεσε από μέσα του το αίσθημα του πόνου και τον έκανε πανάλαφρο, σχεδόν ασώματο… Σαν αστραπή είδε το υπέροχο σώμα της Ναταλίας να τον προσπερνά, με τα χέρια της αναδεύοντας τα αιθέρια κύματα… ούτε που τον κοίταξε...απλώς τον προσπέρασε, έχοντας πλήρη την κυριαρχία στο δικό της συμπαντικό ταξίδι…


      Αθήνα, 2008                                      Μάριος Μιχαηλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια: