Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Λουάν Τζούλι "Που να ζητήσω συγγνώμη"

«Εμείς δεν μεταναστέψαμε σαν τα πουλιά
 σε σχηματισμό “V”...
 Στα σύνορα
 η τελευταία γουλιά δακρύων
 δάγκωσε τις λέξεις
 και με το όνομα της μάνας
 βρέξαμε τα στεγνά μας χείλη» 
(Μετανάστευση).

«... είδα
 τέσσερα πράγματα:
 κομμένα σύρματα
 δάκρυα λάσπης
 και πουκάμισα φιδιών
 Το τέταρτο;
 Η σκιά μου» 
(Στα σύνορα).

«Δεν κάναμε έρωτα
 καιρό
 Στεγνώσαμε σαν τα πηγάδια του Αυγούστου
 Κι ύστερα
 όρθιοι
 σαν δέντρα που τα γυμνώνει
 το φθινόπωρο
 πλυθήκαμε, στεγνώσαμε
 και βαριόμασταν να ξαναντυθούμε... 
(Ερωτικό).

«Σαν ζωηρό κοριτσάκι
 που δίνεται στον εραστή,
 κρυφά από τους γονείς του
 Η Αθήνα τον Αύγουστο
 σαν κι εμένα
 πιο νέος, χωρίς τα γκρίζα μαλλιά
 και τα γυαλιά για το διάβασμα 
(Η Αθήνα τον Αύγουστο).

«Την απόσταση από το σπίτι όπου ζω
 μέχρι την Πατησίων
 δεν τη μετράω
 με μέτρο και βήματα
 Τη μετρώ με σφυρίγματα
 κι ανάσες.
 Τα παιδιά γελούν
 που τη συγκρίνω με πράγματα
 που άφησα κάποτε, στο χωριό.
 Τώρα,
 και τη ζωή μου
 τη μετράω με τα χρόνια
 που μου λείπει μια αγάπη
 με τη φωνή των γονιών μου.
 Κι ύστερα,
 σαν βγω στη λεωφόρο,
 μηδενίζω ό,τι μέτρησα
 και συνεχίζω.
 Αύριο
 πάλι από την αρχή» 
(Ακόμα...).

«Ακούω ειδήσεις
 χαμογελώντας με πίκρα
 και κατηγορώντας τους προγόνους μας
 που δεν μας είπαν
 πως είχαμε καταγωγή δολοφόνου» 
(Ακούγοντας ειδήσεις την Αθήνα).

«Στην αρχή
 της πρόσφερα δωράκια μικρά
 Τα χείλη μου
 το μέτωπο
 την αγκαλιά
 τα φιλιά
 την υγρασία του δέρματος
 και τη ζεστασιά από το βλέμμα.
 Αργότερα
 για να με πιστέψει
 της έδωσα το αίμα
 την καρδιά
 τη σκέψη
 το όνειρο
 την ανησυχία
 την ηρεμία...
 όλο το κορμί.
 Πιο μετά
 κάτι άλλο ήθελα να της δωρίσω
 αλλά δεν είχα.
 Ήμουν άδειος...» 
(Στην αγάπη...).

«Γεννήθηκα φθινόπωρο
 Τα φύλλα ματωμένα
 Για πρώτη φορά
 ξεχώρισα για χρώμα βασικό
 της σκουριάς το κόκκινο.
 Μεγάλωσα φθινόπωρο
 χωρίς να ξέρω άλλες εποχές.
 Ζω στο φθινόπωρο
 κόβοντας τις δικές μου ώρες
 και κιτρινίζοντας τις μέρες
 σαν ξαφνιασμένος Σεπτέμβρης» 
(Φθινόπωρο).

«Τους ονόμασαν Κωστάκη, Χρήστο, Βασιλάκη, Γιάννη
 γιατί εκείνα τα δικά τους, που έφερναν, δυσκολοπρόφερτα
 τους φάνηκαν. Κι εκείνοι φοβήθηκαν μην εξοργίσουν
 και τη λίγη ανοχή που τους έδειχναν.
 Κι έτσι, οι Κωστάκηδες, γέμισαν τα γκαράζ και τα χωράφια,
 κάνοντας πως αυτό είναι το σωστό τους όνομα και όχι το άλλο
 που μυρίζει ξενιτιά και βρόχινο νερό, θολό από πόνο και σιωπή.
 Πολλοί είναι οι Χρήστοι, οι Βασιλάκηδες και οι Γιάννηδες
 που λένε καλημέρα, καληνύχτα και καλά Χριστούγεννα.
 Κανείς σχεδόν δεν τους θυμάται με το όνομα της μάνας τους...
 αφού τους διόρθωσαν το λάθος με μια καινούργια αλήθεια, βολική
 για όλους.
 Μέσα στον ύπνο τους θυμούνται ποιοι είναι, 
 σαν ονειρεύονται την αδερφή τους να τους παρακαλά
 να της χτενίσουν τα μαλλιά» 
(Χρήστοι και Βασιλάκηδες).

«Τον Θεό
 τον νιώθω μέσα μου
 και σ΄ αυτούς που μ΄ έχουν μέσα τους.
 Στους άλλους
 στους απέναντι
 σαν στιγμή
 σαν τώρα
 και σαν αύριο
 με μια βαλίτσα ξύλινη, άδεια θανάτου...» 
(Η πίστη μου).

«Στα ποιήματά μου δεν είμαι ξένος.
 Το διαβατήριό μου
 δεν έχει βίζα...» 
(Στα ποιήματά μου).

«Τέσσερα πράγματα έκλεψα:
 κορδέλες για τα κορίτσια
 χρώμα για τα μαλλιά της γυναίκας μου
 κάρβουνα για τους αγαπημένους φίλους
 και φως για τον εαυτό μου» 
(Ο ληστής των αστραπών). 

ΥΓ:

Στίχοι από την ποιητική συλλογή του Λουάν Τζούλι «Πού να ζητήσω συγγνώμη» (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα. Επιμέλεια Γιάννης Ξανθούλης). Ο Λουάν Τζούλι γεννήθηκε το 1955 στην πόλη Ντεβόλ της Αλβανίας, κοντά στην Κορυτσά. Το 1995 ήρθε στην Ελλάδα ως οικονομικός μετανάστης, όπου εργάζεται και ζει με την οικογένειά του. Γράφει ποιήματα και παραμύθια για παιδιά, κατ΄ ευθείαν στα ελληνικά. Αυτή είναι η τρίτη ποιητική του συλλογή.


(Πηγή :Εφημερίδα Τα Νέα, Του Γκασμέντ Καπλάνι, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artID=4510880)

Γιώτα

Δεν υπάρχουν σχόλια: