Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Αχμές, ο γιος του φεγγαριού - Τεύκρος Μιχαηλίδης

Στην Αίγυπτο της Δεύτερης Ενδιάμεσης Περιόδου μάς ταξίδεψε ο Τεύκρος Μιχαηλίδης με το βιβλίο του « Αχμές, ο γιος του φεγγαριού».Με ρέουσα γλώσσα και ευχάριστο τρόπο καταφέρνει να αφηγηθεί την ιστορία του γραφέα Αχμές  και του στενού του φίλου Άμανθυ. Όλα ξεκινούν, όταν  ο άτεκνος Πιανκί ,αρχικυνηγός του Φαραώ, βρίσκει στο Νείλο ένα έκθετο βρέφος, που μαζί με τη γυναίκα του, Ταντινανέφερ, μεγαλώνουν  με αγάπη. Ο Αχμές –αυτό είναι το μωρό -έχει ένα κοφτερό μυαλό ιδίως σε ό,τι σχετίζεται με μαθηματικά  και γρήγορα ξεχωρίζει. Ο  Άμανθυς, με καταγωγή από τον τόπο των Κεφτιού (Κρήτη), βρίσκεται στην Αίγυπτο εξαιτίας πειρατών που λεηλάτησαν το χωριό του, σκότωσαν την οικογένειά του και  αιχμαλώτισαν τον ίδιο. Βρίσκει  καταφύγιο στο σπίτι του  Πανέμπ και μαζί με τον Αχμές θα φοιτήσουν στο ναό του Φθα, θα διδαχθούν την έως τότε σοφία από τον αρχιερέα  Τζάου  θα γνωρίσουν τον κόσμο των  αριθμών, θα θέσουν ερωτήματα («Όλες οι ποσότητες έχουν έναν αριθμό. Ποιος είναι ο πιο μεγάλος αριθμός;» σελ.67)  θα αμφισβητήσουν και θα ζητήσουν απαντήσεις.
«Για να προχωρήσει η ανακάλυψη της αλήθειας χρειάζεται να υπάρχει κάποιος που να μην αρκείται στην αλήθεια που γνωρίζει» (σελ.66)
«Κανείς δεν μπορεί να δεχτεί περισσότερη αλήθεια από όση είναι σε θέση να κατανοήσει. Στους θεούς αποδίδουμε κυρίως όσα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Και όσα η εμπειρία μας έχει επιβάλει ως αλήθειες δύσκολα αμφισβητούνται»
«Εγώ δεν πιστεύω πως οι αριθμοί είναι αυθαίρετα προϊόντα του πνεύματός μας. Υπάρχουν έξω από εμάς με την ίδια αναγκαιότητα που παρουσιάζουν και τα χειροπιαστά αντικείμενα και τους ανακαλύπτουμε με τον ίδιο τρόπο που ανακαλύπτουμε τα ζώα, τα φυτά, τα ορυκτά... Πιστεύω πως το καθετί στη φύση έχει έναν αριθμό μόνο που καμιά φορά... δεν μπορούμε να τον ανακαλύψουμε»... (σελ. 120)

  Μετά τις σπουδές ο Αχμές αρχικά ως απερδονάπτης  και στη συνέχεια  ως αρχιερέας του Φθα, θα γνωρίσει τη σοφία της αρχαίας Αιγύπτου  και θα γράψει τον δικό του πάπυρο με 84  μαθηματικά προβλήματα και σημειώσεις από την αναζήτηση του  απείρου.
  Αυτόν τον πάπυρο, που ήταν  θαμμένος  σε  έναν  τάφο του Λούξορ για τρεις χιλιάδες χρόνια, θα βρει ο Χένρι Ριντ το 1855-1856, ο οποίος ταξίδεψε στις πυραμίδες και  τον αγόρασε από έναν παλαιοπώλη.  (Και  η ειρωνεία είναι ότι  αυτός ο πάπυρος ονομάζεται πάπυρος του Ριντ!)  Ενδιαφέρον το  εύρημα της παράλληλης αυτής ιστορίας, αν και θα μπορούσε να αναπτυχθεί περισσότερο από το  συγγραφέα.
   Και  ενώ πρόκειται για ένα βιβλίο για την ιστορία των μαθηματικών και τις ανάγκες που τα δημιούργησαν, δεν είναι ένα «στεγνό» βιβλίο (το λέει κάποια  που δεν αγαπά  πολύ τα μαθηματικά). Ο Μιχαηλίδης ζωντανεύει τον κόσμο των Αιγυπτίων: από τις αυλές των σπιτιών ανάμεσα στα φοινικόδεντρα μεταφερόμαστε στους κακόφημους δρόμους  της πόλης και από εκεί στις αίθουσες του ναού,  στα πλημμυρισμένα χωράφια από τον Νείλο και στις πυραμίδες. Βλέπουμε τους κάτοικους να μασουλούν μελωμένα σύκα και χουρμάδες  και να δροσίζονται πίνοντας μπίρα, ενώ συγχρόνως παίρνουμε  πληροφορίες  για την επεξεργασία  του παπύρου (σελ.97), την ταρίχευση (σελ.145)  και τα ταφικά έθιμα, τη μυθολογία τους κ.τ.λ.
 Ο   Άμανθυς είναι από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες και ίσως ο πιο ολοκληρωμένος του έργου. Όσο για τον κύριο ήρωα, τον Αχμές, στην πορεία πληροφορούμαστε  ότι είναι καρπός ενός απαγορευμένου έρωτα ανάμεσα στην Τάνι,( αδελφή του Φαραώ) και τον γραφέα Ιγιπτά ((αν  και κατά τη γνώμη μου η σκηνή αναγνώρισης μάνας-γιου είναι αρκετά κοινότυπη).Ο  ήρωας πάντως  ως το τέλος παραμένει συμπαθής στον αναγνώστη και πιστός σε αυτό που ήταν για εκείνον σκοπός της ζωής  : στον κόσμο των αριθμών.
 «Είναι καλό που δεν αρκείστε στη γνώση που σας προσφέρεται. Η δυσαρέσκεια προκαλεί την αναζήτηση και συχνά η αναζήτηση οδηγεί στην αλήθεια. Μπορείτε να αμφισβητήσετε την παλιά γνώση, να την εμπλουτίσετε, να τη διορθώσετε, ακόμα και να την ανατρέψετε. Πρώτα όμως πρέπει να τη γνωρίσετε»...

Eλένη Κ. 

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

το βιβλίο του Νικολάου Ζάρακα

«Αρκίσα μ’ αναστεναγμούς τα’ πικραμμένα χείλη
για το σεισμό μπού γίνηκε στες’ κοσιτρείς τ’ Απρίλη.
Κυριακή’ το ντου Θωμά εις το τριαντατρία
φύσα Νοτιά με συννεφιά μεγάλη τρικυμία.
Η’ μέρα ητο Κυριακή είκοσι τρεις Απρίλη
που’ κλαψα μάνες και παιδιά και χωριστήκα φίλοι…»


Έτσι αναφέρεται η λαϊκή μούσα στο φοβερό σεισμό που έπληξε την Κω το 1933 και όποιος θέλει να διαβάσει όχι μόνο το υπόλοιπο τραγούδι, αλλά και άλλα πολλά, δεν έχει παρά να ανατρέξει στο βιβλίο του Νικολάου Ζάρακα

«Λαογραφικά κειμήλια» του χωρίου Πυλίου (Κω) η παρουσίαση του οποίου έγινε το Σάββατο που μας πέρασε στο χώρο της Πνευματικής Εστίας.

Για τη ζωή, το έργο και την προσφορά του αείμνηστου συγγραφέα μίλησαν οι κ. Κ. Κογιόπουλος, η κα Τουλαντά-Παρισίδου και ο κ.Αθανάσιος Γεωργαλλής.

Ο Νικόλαος Ζάρακας γεννήθηκε στο Πυλί το 1908 και πέθανε το 1983.

Το 1926 αποφοίτησε από το Νικηφόρειο Γυμνάσιο Καλύμνου και τον ίδιο χρόνο διορίστηκε δάσκαλος στο Λαγούδι, ενώ τα υπόλοιπα χρόνια της σταδιοδρομίας του εργάστηκε στο Δημοτικό Σχολείο Πυλίου. Το 1942 αποπέμφθηκε από τις Ιταλικές αρχές από την υπηρεσία του για λόγους εθνικούς και επαναδιορίστηκε το 1944.Ηταν απόφοιτος του Ιταλικού Διδασκαλείου Ρόδου και μετεκπαιδευθείς στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ρόδου μετά την ενσωμάτωση. Επαινέθηκε και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1954 και 1961 για τη Λαογραφική Συλλογή του με τίτλο «Λαογραφικά κειμήλια» .Τέσσερις φορές επίσης βραβεύτηκε από τη Γλωσσική Εταιρεία της Ακαδημίας Αθηνών για τις ακόλουθες εργασίες του:

* «Γλωσσάριον του λεκτικού ιδιώματος Πυλίου Κω»
* «Η Δημώδης Ιατρική κατά τους χρόνους της δουλείας»
* «Λαογραφικά αποστάγματα και Η οικιακή υφαντουργία»
* «Σταχυολογήματα λαογραφίας»

Τα «Λαογραφικά κειμήλια» είναι ένα βιβλίο που περιλαμβάνει άφθονες πληροφορίες για τα ήθη ,τα έθιμα, την κοινωνική οργάνωση. Ενδεικτικά αναφέρω τη διαίρεση των κοινωνικών τάξεων, τη φιλοξενία, τη θέση της γυναίκας, το γάμο και την τελευτή, γνωμικά, στιχοπλακιές κ.λ.π.

Το Επαρχείο Κω και η Νομαρχία Δωδεκανήσου προχώρησαν στην έκδοση του εν λόγω βιβλίου θέλοντας να διασώσουν το λαϊκό πλούτο του νησιού που ο Ν.Ζάρακας παρά τα πενιχρά μέσα της εποχής συγκέντρωσε με τόσο ζήλο. Το πρωτότυπο κείμενο συνοδευόταν μάλιστα από σχέδια, από απλές ζωγραφιές σχεδιασμένες όμως με λεπτομέρεια.

Η επιτροπή έκδοσης σεβόμενη το δημιουργό προχώρησε στην τεχνική της φωτομηχανικής έκδοσης και έτσι έχουμε στα χέρια μας ένα καλαίσθητο βιβλίο, πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου.

Ελένη Κ.

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Η Στυλιάνα, όμορφη και καλή σε μια συνέντευξη στο art.mag

Βρήκαμε και διαβάσαμε στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα art.magazine (all about arts & culture) μια ωραία συνέντευξη με την Στυλιάνα Γκαλινίκη.


Στυλιάνα Γκαλινίκη:
"Tο γράψιμο να είναι μια πράξη καταβύθισης στην πραγματικότητα"
Συντάκτης: Ειρήνη Σπυριδάκη

Κυριακή, 11 Απρίλιος 2010 10:26

Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα πριν από δύο χρόνια, παρουσιάζοντάς μας τη συλλογή διηγημάτων «Ρούχα από δεύτερο χέρι». Ένα χρόνο αργότερα, η Στυλιάνα Γκαλινίκη κερδίζει αναγνωστικό κοινό και κριτικούς με το δεύτερο συγγραφικό της πόνημα, το μυθιστόρημα «Όλα πάνε ρολόι ή σχεδόν». Η καταλυτική επίδραση του χρόνου σε συνδυασμό με τις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται στην ελληνική επαρχία, η οποία αποκηρύσσει «το απ’ αλλού φερμένο» απασχολούν σε βάθος τη συγγραφέα.
Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, η Στυλιάνα Γκαλινίκη αναφέρεται στη σχέση της με τη συγγραφή, αναλύει τα στάδια της σύνθεσης του τελευταίου βιβλίου της, το οποίο έχει ως κεντρικό του θεματικό άξονα την περιθωριοποίηση του ξενικού στοιχείου από τους ανθρώπους μιας μικρής κοινωνίας. Η συγγραφέας ερμηνεύει πώς τα βιώματά της επηρέασαν τη γραφή της, εκθέτει τα πλεονεκτήματα της διαδικτυακής της επαφής της με τους αναγνώστες και τέλος συστήνει σε όλους εμάς αγαπημένα της λογοτεχνικά αναγνώσματα.

- Ποια είναι η βαθύτερη, πιστεύετε, αιτία που ωθεί έναν άνθρωπο να ασχοληθεί με την συγγραφή, παράλληλα με μια φορτωμένη από υποχρεώσεις καθημερινότητα;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Για μένα είναι μία υπαρξιακή ερώτηση αυτή, με απασχολεί. Γι’ αυτό στα κείμενά μου υπάρχει πάντα η μορφή ενός συγγραφέα. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το γράψιμο είναι ένας τρόπος φυγής από την πραγματικότητα, μια και η πραγματικότητα είναι γεμάτη υποχρεώσεις, δυσκολίες. Ίσως όμως το γράψιμο να είναι μια πράξη καταβύθισης στην πραγματικότητα που έρπει κάτω από τα καθημερινά, μια περισυλλογή σε αυτά που ζούμε, η ανάγκη να μιλήσουμε για τα μη προφανή, για τον σιωπηλό εαυτό μας. Από την άλλη, συχνά σκέφτομαι πως το γράψιμο είναι ένα έντονο ίχνος του περάσματός μας από τη ζωή. Μου έχει τύχει να μου ζητήσουν άλλοι άνθρωποι να γράψω για κάτι που τους έχει συμβεί. Η γραφή λειτουργεί καμιά φορά και ως καταγραφή, ως τεκμήριο του βιώματος.

- Εκδώσατε προσφάτως το μυθιστόρημα «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)». Πώς εμπνευστήκατε την ιδέα, και πόσο επίπονη ήταν η πορεία μετεξέλιξής της σε μυθιστόρημα;

Το μυθιστόρημα γραφόταν μέσα μου επί χρόνια. Πρώτα θέλησα να γράψω για ένα ισπανικό σπίτι, στο οποίο ζούσε ένα αντρόγυνο με το παιδί του. Δεν θυμάμαι να είχα δώσει ονόματα στους ήρωες. Θυμάμαι μόνο ότι υπήρχε τότε ο Αριστάκος, ο οποίος, μάλιστα, σ’ εκείνη την πρώτη εκδοχή πέθαινε. Αργότερα, πολύ αργότερα, δημιουργήθηκαν μέσα μου η Ρόρη, ο Μηνάς, η Αλγερία, η ιδέα της πορείας της ζωής τους. Το ερέθισμα γι’ αυτό ήταν τα συναισθήματα που περισσότερο μου μετέδιδε, παρά μου εξέφραζε, μία πολύ καλή μου φίλη, που εκείνη την περίοδο βίωνε το επικείμενο τέλος της ζωής του πατέρας της. Η οδύνη αυτού του σιωπηλού αποχαιρετισμού, σιωπηλού γιατί ο πατέρας της είχε χάσει το τελευταίο διάστημα τις αισθήσεις του, ήταν το ερέθισμα για κάποια πρώτα κείμενα, που δεν συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο, αλλά αποτελούσαν το ορμητήριο της ιστορίας. Η οποία και πάλι, έμελλε να περάσουν χρόνια για να γραφτεί. Τελικά, χάρη στην παρακίνηση μίας πολύ σπουδαίας συγγραφέως, της Σώτης Τριανταφύλλου, αποφάσισα να γράψω την ιστορία. Την ευγνωμονώ. Αν δεν είχα την ώθηση και τη στήριξή της, μπορεί να μην είχα ξαναγράψει.
Η διαδικασία ήταν επίπονη, αλλά και μία καταπληκτική εμπειρία. Νομίζω ότι το γράψιμο είναι μία συγκλονιστική κατάσταση, μέσα στην οποία διαλύεσαι και ανασυγκροτείσαι.

- Πραγματεύεστε το θέμα της περιθωριοποίησης από μέρους των ανθρώπων του ανοίκειου και του ακατάληπτου, εκείνου ξεφεύγει από τα στερεότυπα και τις προσδοκίες τους. Μιλήστε μας για την επιλογή ενός τόσο επίκαιρου για την εποχή μας προβληματισμού.

Πιστεύω ότι σε κάθε εποχή οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποβάλλουν το ανοίκειο, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις σταθερές που θα εγγυούνταν τη μακροβιότητα και τη συνεκτικότητα της ομάδας. Σας θυμίζω το «τραγούδι του νεκρού αδελφού» και τις ποικίλες παραλογές του σε όλον τον βαλκανικό χώρο. Ταυτόχρονα οι κοινωνικές ομάδες κατέφευγαν στο ανοίκειο, επικαλούμενοι την παρέμβαση εξωλογικών δυνάμεων που με έναν τρόπο μαγικό θα φρόντιζαν για την αρμονία του κόσμου. Θέλω να πω ότι οι ομάδες χτίζουν την ταυτότητά τους πάνω σε ένα διαρκή διάλογο με το ξένο. Οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από το ξένο στοιχείο. Τις ενδυναμώνει και τις συνενώνει η διαφοροποίηση προς το άλλο. Τα φαινόμενα αυτά είναι περισσότερο έντονα σε εποχές ανασφάλειας και σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι προηγούμενες βεβαιότητες είναι πια μετέωρες. Όμως το ξένο πολλές φορές είναι κομμάτι μας, αποβάλλουμε κάτι δικό μας για να μπορέσουμε να γίνουμε αποδεκτοί. Όλοι μας, πιστεύω, έχουμε υπάρξει πάνω από μία φορά στη ζωή μας και Σεωρή και Αλγερία.

- Στο μυθιστόρημά σας τοποθετείτε την αφήγηση στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ενώ η πλοκή εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της ελληνικής επαρχίας. Θεωρείτε ότι οι άνθρωποι σήμερα είναι προετοιμασμένοι να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα όσων συναναστρέφονται;

Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε δύο χρονικές περιόδους: από τα τέλη της δεκαετίας του 60 έως τις πρώτες δεκαετίες του 80, αλλά και στο σήμερα. Πολλά έχουν αλλάξει στην ελληνική κοινωνία στο μεταξύ και κυρίως ο ορισμός του διαφορετικού. Φαινομενικά είμαστε πλέον πιο ανεκτικοί με τους άλλους, θα έλεγα όμως ότι είμαστε λιγότερο ανεκτικοί με τον εαυτό μας. Η Σεωρή θα μπορούσε να είμαστε εμείς οι ίδιοι, ο τόπος του εαυτού μας. Είμαστε περισσότερο αποξενωμένοι με τον εαυτό μας από άλλοτε ίσως.

- Μεγαλώσατε στην Ηράκλεια Σερρών, συνεπώς έχετε βιώματα από τη ζωή σας στην επαρχία. Πόσο χρήσιμη αποδείχθηκε αυτή η εσωτερικευμένη εμπειρία σας στη μυθιστορηματική απόδοση της επαρχιώτικης ζωής των ηρώων σας;

Νομίζω ότι όλη η χώρα είναι μία επαρχία, δεν είναι τόσο έντονες οι διαφορές ανάμεσα στον τρόπο ζωής στις πόλεις και στα χωριά. Η τηλεόραση, η προσβασιμότητα στις πόλεις, η υιοθέτηση ενός λίγο πολύ κοινού τρόπου ζωής έχει αμβλύνει τις διαφορές. Και τελικά νομίζω ότι αυτό που κάποτε νοούσαμε ως επαρχία είχε μηχανισμούς εξισορρόπησης. Οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις είναι πλέον έντονες μέσα στα ίδια τα αστικά κέντρα, στα οποία έχουν εισρεύσει άνθρωποι από την πάλαι ποτέ επαρχία, αποκομμένοι από τους μηχανισμούς που μία κοινωνία δεμένη και συγκροτημένη έχει αναπτύξει. Αυτό που αποκαλούμε με τόση ευκολία «ζωή στην επαρχία» ευδοκιμεί στα άστη, στους χώρους εργασίας, στις ποικίλες συναθροίσεις. Πλέον, το κουτσομπολιό, χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς στις μικρές κοινωνίες, είναι το εθνικό τηλεοπτικό προϊόν. Τα καφενεία στα χωριά έχουν ακόμη μία σεμνότητα που θα τη ζήλευαν τα τηλεοπτικά πάνελ. Νομίζω ότι ως χώρα καμωνόμαστε πως είμαστε σπουδαιότεροι από τους άλλους, κατά πώς η Σεωρή, αν και χωριό, “περνιότανε” για δήμος. Συνοψίζοντας, θέλω να πω ότι η εμπειρία μου της επαρχιώτικης ζωής αποκρυσταλλώθηκε όλα αυτά τα χρόνια που είμαι κάτοικος της πόλης. Οι επιστροφές μου στην επαρχία, στον τόπο καταγωγής μου, βιώνονται πια σαν ένα προσκύνημα στον τόπο της αθωότητάς μου.

- Πώς νιώθετε μετά από την ολοκλήρωση της συγγραφής; Λύτρωση, πνευματική κόπωση ή ψυχική ευφορία;

Όλα αυτά τα συναισθήματα που αναφέρετε τα ένιωθα όταν έγραφα. Ένιωσα ακόμη και οδύνη. Γέλασα επίσης πολλές φορές γράφοντας. Ένιωσα έντονη λύπη. Τώρα νιώθω γαλήνη. Και θλίψη ίσως.

- Πώς βιώνετε την επαφή με τους αναγνώστες σας στις παρουσιάσεις του βιβλίου σας, αλλά και στο Διαδίκτυο;

Η επαφή με τους αναγνώστες είναι αποκαλυπτική, συγκινητική, γεμάτη χρώματα. Έχω ζήσει καταπληκτικές στιγμές, μεγάλη χαρά και συγκίνηση. Η μαγεία της ανθρώπινης επι-κοινωνίας. Από την άλλη, η οικειοποίηση του βιβλίου από τους αναγνώστες με απελευθερώνει από το βάρος που αυτό έχει μέσα μου, είναι πια και δικό τους το κείμενο. Πολλές φορές έχω συνειδητοποιήσει κάποιες επιλογές μου μέσα στο κείμενο μέσα από αυτές τις συζητήσεις. Είναι δηλαδή μια επικοινωνία που με βελτιώνει, με προχωράει σαν άνθρωπο και πιθανόν και ως συγγραφέα.

- Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες; Πιστεύετε ότι τα αναγνώσματα ενός συγγραφέα επηρεάζουν και σε ποιο βαθμό τη γραφή του;

Έχω δει κι έχω διαβάσει κι έχω ακούσει πολύ-πολύ λιγότερα απ’ όσα θα ήθελα. Και νομίζω ότι η ζωή είναι πιο μικρή από όσα έχει να χωρέσει. Σαφώς τα αναγνώσματα επηρεάζουν έναν συγγραφέα, αν θέλετε τον υποκινούν κιόλας σε αυτόν τον τρόπο έκφρασης. Από την άλλη, οι επιρροές είναι πολυποίκιλες. Πιστεύω ότι μέσα μου έχουν καταγραφεί πολύ έντονα κάποιοι πίνακες ζωγραφικής ή σκηνές από ταινίες, αλλά κυρίως καθημερινά ενσταντανέ, χειρονομίες και κουβέντες, μυρωδιές και ήχοι, μορφασμοί και σιωπές των άλλων ανθρώπων. Η σύνθεσή τους είναι δυνατό να παράγει μία ιδιαίτερη γραφή στην οποία οι γραφές των άλλων αθροίζονται και αυτές ως βιώματα. Εξάλλου για τον καθένα που γράφει, ζητούμενο είναι νομίζω να εκφράσει το πώς ο ίδιος βλέπει και συλλογιέται τα πράγματα.

- Ποιο θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο βιβλίο που έχετε διαβάσει;

Δεν μπορώ να απαντήσω για ένα. Αυτά που κουβαλώ μέσα μου σαν κομμάτι ζωής, με ένα αίσθημα ορφάνιας κιόλας, σαν να με άφησαν τη στιγμή που τα έκλεισα, αλλά με σημάδεψαν σαν άνθρωποι: η «Άμμωμος σύλληψη» του Μπρετόν, η σκηνή της σιωπηλής αναχώρησης του Οδυσσέα από το νησί της Καλυψώς, διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το «Εκατό χρόνια μοναξιά» του Μαρκές, η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση, η «Χαμένη άνοιξη» του Τσίρκα, «Το νεκρό σπίτι» του Ρίτσου, το ποίημα «Οι δίδυμοι» του Μπουκόφσκι, «το σύννεφο με παντελόνια» του Μαγιακόφσκι, τα κείμενα των Ντανταϊστών, η «Αγαπημένη» της Τόνι Μόρισον, τα διηγήματα του Πόε, ακόμη τα τραγούδια σε γλώσσες που δεν καταλαβαίνω και συνεπώς τα αντιλαμβάνομαι μέσα από τη μουσική και το ηχόχρωμα της φωνής.

- Μιλήστε μας για τα θέματα με τα οποία σκοπεύετε να καταπιαστείτε στα επόμενα λογοτεχνικά σας βήματα.

Επιφυλλάσσομαι να απαντήσω. Πολλές φορές αλλάζει η πορεία του ταξιδιού. Στη διαδρομή ανακαλύπτεις μονοπάτια που δεν ήξερες, δεν είχαν σημειωθεί ευκρινώς στο χάρτη. Ή αναγκάζεσαι να πάρεις άλλο δρόμο, γιατί το τυχαίο έχει τη δική του δυναμική.
.
Το μυθιστόρημα της Στυλιάνας Γκαλινίκη με τίτλο «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι. Το προφίλ της συγγραφέως στο Facebook βρίσκεται στη διεύθυνση http://el-gr.facebook.com/people/Styliana-Galiniki/1555276183

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Η Σώτη Τριανταφύλλου στην Κω

Χθες το απόγευμα στο ΚΕΚ ΕΝΑ στο Πλατάνι είχαμε την εξαιρετική τιμή να συναντήσουμε τη συγγραφέα Σώτη Τριανταφύλλου. Η κ. Τριανταφύλλου βρέθηκε κοντά μας μετά από πρόσκληση της Λέσχης Ανάγνωσης την οποία αποδέχθηκε ευχαρίστως. Ως Λέσχη είχαμε διαβάσει αρκετά βιβλία της και είχαμε μια λίστα με ερωτήσεις και απορίες για πολλά από τα γραφόμενα της. Βέβαια δεν καταφέραμε να διαβάσουμε το σύνολο των βιβλίων της μιας και η ίδια είναι πολυγραφότατη και εκτός της λογοτεχνίας ασχολείται και με τη δημοσιογραφία και τη συγγραφή δοκιμίων.


Η συνάντηση μαζί της διαφημίστηκε στην τοπική κοινωνία μέσα από τις εφημερίδες και την τοπική τηλεόραση και έτσι χτες το απόγευμα στο ΚΕΚ ΕΝΑ επικρατούσε το αδιαχώρητο. Πολλοί αναγνώστες της κ. Τριανταφύλλου αλλά και άλλοι που ενδιαφέρονταν να ακούσουν τις απόψεις της έσπευσαν να παραστούν στην εκδήλωση.

Η κ. Τριανταφύλλου μίλησε για πολλά θέματα απαντώντας στα ερωτήματα που της έθεσαν οι παριστάμενοι. Αναφέρθηκε στο ρόλο του επαγγελματία συγγραφέα με την έννοια του ανθρώπου που βιοπορίζεται από το επάγγελμα αυτό, στη σχέση του συγγραφέα με τα βιβλία του καθώς και στο αν ο συγγραφέας γράφει για τον ιδανικό αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη συγγραφή και σίγουρα στο μυαλό του δεν έχει τον αναγνώστη όταν γράφει. Όσο για τη σχέση της με τα βιβλία της μάλλον ποτέ δεν μένει ικανοποιημένη από το τελικό αποτέλεσμα και γι’ αυτό σε κάθε νέα έκδοση το βιβλίο είναι ξαναδουλεμένο και μοιάζει να έχει ελάχιστη σχέση με το αρχικό. Παράλληλα αναφέρθηκε και στην υπόθεση της ανάγνωσης στην Ελλάδα και δήλωσε ότι το αναγνωστικό κοινό δυστυχώς είναι ακόμα πάρα πολύ μικρό. Και φυσικά μίλησε για τη χαρά της ανάγνωσης και την ευτυχία που προσφέρει το βιβλίο στον αναγνώστη –ειδικά όταν ο τελευταίος είναι εξαρτημένος από αυτήν. Μάλιστα έθεσε και ένα θέμα αν τελικά ο αναγνώστης φέρει εγγενώς το χρωμόσωμα της ανάγνωσης! Οι απόψεις της - πάντα ειλικρινείς και κάποιες φορές απρόσμενες- νομίζω ότι αποτελούν υλικό για πολλές συζητήσεις.


Παράλληλα, αναφέρθηκε στα θέματα της θανατικής ποινής, της αφοσίωσης του ανθρώπου στον αγώνα για τα ιδανικά του καθώς και στην κοινωνική αλλαγή που βασίζεται - όπως είπε και σε μια παλιότερη συνέντευξη της - στους καλύτερους ανθρώπους και όχι στις καλύτερες ιδέες. Όπως είπε η ίδια πιστεύει πολύ στην αλλαγή των ίδιων των ανθρώπων και στην αυτοβελτίωση τους, προκειμένου να αλλάξει η κοινωνία.

Σε ερώτηση αναφορικά με τους μετανάστες και την αποδοχή τους ή όχι από την ελληνική κοινωνία είπε πως είμαστε μια χώρα με έλλειμμα πολιτικής στον τομέα της υποδοχής των μεταναστών και οι συνθήκες της διαμονής τους είναι τριτοκοσμικές. Οι ίδιοι οι Έλληνες είμαστε λιγότερο ρατσιστές από το κράτος μας, που παίρνει Όσκαρ απαξίωσης.

Σημαντικές ήταν και οι τοποθετήσεις της για τη σημερινή εικόνα των μαμόθρεφτων παιδιών που αναδεικνύει η ελληνική οικογένεια , ενοχική και καταπιεσμένη στη βάση της καθώς και για το ρόλο της σημερινής γυναίκας που δεν έχει αποτινάξει το σύνδρομο της γυναίκας που μπορεί να τα κάνει όλα. «Ο φεμινισμός- όπως είπε- είναι μια υποθέση που αφορούσε τις μανάδες μας και όχι εμάς σήμερα».

Νομίζω ότι η αποδελτίωση των απόψεων της απαιτεί ένα εξειδικευμένο άτομο και θα έχει ενδιαφέρον η καταγραφή τους. Αυτό που μας έμεινε πάντως από την χτεσινή συνάντηση είναι η γνήσια και ξεκάθαρη τοποθέτηση της συγγραφέα για πολλά θέματα της σύγχρονης ζωής και όχι μόνο για θέματα που αφορούν αποκλειστικά τη συγγραφική παραγωγή.

Η προσωπική μου άποψη είναι πως η συνάντηση με την κ.Τριανταφύλλου ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, κυρίως γιατί η ίδια ήταν πολύ ειλικρινής και αυθόρμητη και η συζήτηση μαζί της ήταν επωφελής από πολλές απόψεις. Είναι από τις εμπειρίες που δεν έχουμε την ευκαιρία να ζούμε συχνά στην παραμεθόριο και γι’ αυτό θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε από καρδιάς την κ. Τριανταφύλλου για την τιμή που μας έκανε !

Γιώτα Κ.

http://www.neakos.gr/default.asp?id=27&lg_id=1&Records=Details&_id=123727

http://aegeanews24.gr/arthra.aspx?id=3045






Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

KosAlive.gr μια καινούρια ιστοεφημερίδα της Κω μας παίρνει συνέντευξη :-)


Λέσχη Ανάγνωσης Κω: συνέντευξη στο KoSALive.gr


Πολιτισμός
Τρίτη, 02 Μαρτίου 2010 00:00
Εικόνα: ginnerobot, χωρίς τίτλο
Στη Λέσχη Ανάγνωσης Κω, αυτές τις μέρες διαβάζουν το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου «Ο χρόνος πάλι». Μάλιστα, η συγγραφέας θα συναντηθεί με τη Λέσχη, στις 13 Μαρτίου εδώ στην Κω. Εμείς, αιφνιδιαστικά, ζητήσαμε και πήραμε από τα μέλη της Λέσχης μια μικρή συνέντευξη.
-Τι είναι μια λέσχη ανάγνωσης; Πώς λειτουργεί;
- Είμαστε μια ανοιχτή παρέα, που αγαπάει το βιβλίο και μάς γοητεύει η ιδέα να ανταλλάσσουμε απόψεις και να μοιραζόμαστε τις εντυπώσεις μας, «ξεκλειδώνοντας» έτσι τα νοήματα κάθε βιβλίου. Όσο για τη λειτουργία, συναντιόμαστε συνήθως μια φορά το μήνα, συζητούμε για το βιβλίο που έχουμε διαβάσει και στη συνέχεια προτείνουμε έναν άλλον τίτλο για ανάγνωση.
Από πότε υπάρχει η Λέσχη Ανάγνωσης στην Κω;
- Ξεκινήσαμε τον Οκτώβρη του 2008.
Ποιες είναι οι δραστηριότητες της Λέσχης;
- Πέρα από  τη  συζήτηση πάνω στα βιβλία, μας αρέσει να ερχόμαστε σε επαφή με συγγραφείς και να γνωρίζουμε τον κόσμο τους (ποια είναι τα κίνητρα τους, τι τους ωθεί στη συγγραφή κ.τ.λ.). Στο πλαίσιο αυτό συναντηθήκαμε πέρυσι με τον κ. Δημήτρη Μίγγα, πρόσφατα μας παραχώρησε συνέντευξη μέσω διαδικτύου η κα Στυλιάνα Γκαλινίκη, και τώρα περιμένουμε τη Σώτη Τριανταφύλλου.
Παράλληλα, έχουμε διοργανώσει δυο φορές ως τώρα (και πρόθεση μας είναι να τις επαναλάβουμε) τις “Βιβλιοανταλλαγές”, δηλαδή ανταλλαγές μεταχειρισμένων βιβλίων. Πρόκειται για μια δραστηριότητα που δεν απευθύνεται μόνο στα μέλη της λέσχης μας, αλλά σε όλους όσους διαβάζουν. Στόχος μας είναι να «κινείται το βιβλίο» και να ενισχύεται η ανάγνωση.
- Πόσα είναι τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης; Υπάρχουν όρια ηλικίας;
- Προς το παρόν αριθμούμε γύρω στα 15 μέλη και είμαστε πάντα ανοιχτοί σε καινούριες προσελεύσεις. Απευθυνόμαστε σε ενήλικες χωρίς φυσικά ανώτερο όριο ηλικίας.
Πού γίνονται οι συναντήσεις σας;
Δεν έχουμε μια σταθερή στέγη, συναντιόμαστε σε διάφορα καφέ της πόλης.
Υπάρχουν άλλες λέσχες ανάγνωσης στο νησί μας; Στην υπόλοιπη Ελλάδα τι γίνεται;
- Στην Κω, από  όσο ξέρουμε, δεν υπάρχουν άλλες λέσχες ανάγνωσης για ενήλικες. Στην υπόλοιπη Ελλάδα όμως λειτουργούν αρκετές.
Υπάρχει επικοινωνία ή κάποια κοινή «γραμμή» με τις υπόλοιπες λέσχες ανάγνωσης;
- Μια κοινή γραμμή με άλλες λέσχες ανάγνωσης δεν  υπάρχει, γιατί σωστό είναι να λειτουργεί η κάθε μια αυτόνομα, όμως έχουμε επαφή με τη λέσχη της Ρόδου και περιμένουμε μέλη της στη συνάντηση με τη Σώτη Τριανταφύλλου.
Έχετε κάποιο καταστατικό ή κάποιους κανόνες λειτουργίας;
- Δεν έχουμε καταστατικό, ούτε κανόνες, γιατί δεν έχουμε μορφή  συλλόγου ή οργάνωσης,  όπως είπαμε είμαστε μια ανοιχτή παρέα.
- Η Λέσχη έχει και διαδικτυακή παρουσία, με το μπλογκ leshianagnosisko.blogspot.com. Τι μπορεί να διαβάσει κάποιος στο μπλογκ σας; Ποιος ενημερώνει το μπλογκ σας;
- Εκτός από την  καθιερωμένη ανάρτηση για το τι συζητήθηκε σε κάθε συνάντηση, στο μπλογκ μας μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για τον τόπο και τον χρόνο της επόμενης συνάντησης, για την επιλογή του προς ανάγνωση βιβλίου, για τις δραστηριότητες της λέσχης, καθώς και νέα, που θεωρούμε ενδιαφέροντα, από το χώρο του βιβλίου. Όλα τα μέλη έχουμε δυνατότητα πρόσβασης στο μπλογκ και βασικά η διαδικτυακή μας παρουσία είναι αποτέλεσμα ομαδικής προσφοράς.
Σώτη Τριανταφύλλου
Στο μπλογκ σας, διαβάζουμε: «στις 13 Μαρτίου η Σώτη Τριανταφύλλου συναντά τη Λέσχη Ανάγνωσης Κω». Πώς προέκυψε αυτή η συνάντηση; Θα έρθει η Σώτη στην Κω;
- Πράγματι προσκαλέσαμε τη Σώτη Τριανταφύλλου, η οποία αποδέχτηκε την πρόσκλησή μας με χαρά. Η συνάντηση θα γίνει στις 13 Μαρτίου, στις 16.00, στο  ΚΕΚ ΕΝΑ, στο Πλατάνι. Όσοι πιστοί προσέλθετε!
Έγιναν στο παρελθόν ανάλογες συναντήσεις;
- Ναι, με τον κύριο Μίγγα, έτσι όπως αναφέραμε πιο πάνω.
Ποιο ήταν, μέχρι τώρα, το σημαντικότερο γεγονός, η πιο σημαντική στιγμή στη διάρκεια λειτουργίας της Λέσχης Ανάγνωσης Κω;
- Κάθε στιγμή και  κάθε βήμα στην πορεία μας έχει ασφαλώς τη σημασία του. Θεωρούμε ωστόσο το σημαντικότερο όλων τη γνωριμία μας, τη δημιουργία αυτής της αυθόρμητης, όμορφης παρέας.

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΤΩΝ ΜΟΛΥΒΙΩΝ της Σώτης Τριανταφύλλου

Με το "εγοστάσιο των μολυβιών" η Σώτη Τριανταφύλλου κάνει μια τομή στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Πρόκειται για ένα επικό μυθιστόρημα που περικλείει γεγονότα και συμβάντα οχτώ περίπου δεκαετιών: από το 1866 ως τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Περιπλανιέται σε πόλεις, χώρες και ηπείρους, που είχαν συμβεί κοσμοϊστορικά γεγονότα εκεί. Με κινηματογραφική γραφή μας μεταφέρει στο Κάιρο, τότε που κατασκευαζόταν η διώρυγα του Σουέζ, στην Αθήνα, την εποχή που "ξυπνούσε" η "τεχνική επανάσταση" στην Ελλάδα, στη Ζυρίχη, στο Βερολίνο, στην Αγία Πετρούπολη, στο Λένιγκραντ, όπου άλλος ονειρεύεται να κτίσει ένα εργοστάσιο μολυβιών και άλλος να κτίσει έναν ολόκληρο κόσμο. Παράλληλα μας ξεναγεί και στο Κογκό την περίοδο της αποικιοκρατίας.
   Είναι ένα βιβλίο-μυθιστόρημα "για την επανάσταση και τους επαναστάτες". Σε συναρπάζει με την πλοκή του και σε κάνει να ενδιαφερθείς για την ιστορία. Κάποιοι μάλιστα το χαρακτήρισαν βιβλίο "δρόμου" στην ιστορία, εφόσον παρουσιάζει τόσο περιπέτειες ανθρώπων όσο και "ιδεολογιών" καλύπτοντας μια τόσο μεγάλη χρονικά περίοδο.
Οι ήρωές της, κυρίως η οικογένεια των Ασημάκηδων και οι φίλοι τους, ο Στέφανος, ο Βολφ, ο Μάρκος, ο Βάγκαλης, η Ρόζα, η Λουίζα και τόσοι άλλοι, παρόλο που δεν παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, με τον τρόπο ζωής τους και τις πεποιθήσεις τους  καταφέρνουν να αγγίξουν και να ευαισθητοποιήσουν τους αναγνώστες. Εκείνο που εντυπωσίασε ιδιαίτερα είναι ότι τους διακρίνει μια τάση φυγής ή ακόμα και φυγή από διάφορες καταστάσεις.
Δικαίως λοιπόν- αποφανθηκάμε στη συνάντηση της Λέσχης μας την περασμένη Κυριακή- το αξιόλογο αυτό βιβλίο της Σώτης αγαπήθηκε τόσο πολύ.
Μαρίνα

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Λόγια φτερά

Τα μέλη της Λέσχης ανάγνωσης Κω ενθουσιάστηκαν με το βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη "Λόγια φτερά".
Μας θύμισε Όμηρο και σε κάποιους Μεσαίωνα. Η γλώσσα ήταν ζωντανή και έντονη. Υπήρχε πολύ καλή αναπαράσταση της αρχαίας Ελλάδας. Ο ήρωας μας ήταν συμπαθής και ήθελε να ζήσει έντονα και αντισυμαβατικά, δεν ήθελε να ζει στα στενά όρια μιας κοινωνίας και αρνιόταν κάθε είδος εξουσίας. 
Το τέλος του βιβλίου ήταν τέτοιο που μας άφησε την αίσθηση ότι για τον καθένα μας η Ιθάκη είναι μέσα του. 
Βιβλίο με πολλές ανατροπές και έντονα συναισθήματα.  

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Απεβίωσε ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ



Απεβίωσε την Πέμπτη 28 Ιανουαρίου σε ηλικία 91 ετών ο Τζ. Ντ.Σάλιντζερ, συγγραφέας του κλασικού αριστουργήματος του 1951 «Ο Φύλακας στη Σίκαλη».
Ο συγγραφέας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του κλεισμένος στο σπίτι του στην μικρή πόλη Κόρνις του Νιου Χαμσάιρ, όπου έγραψε και το μυθιστόρημα που σφράγισε μια ολόκληρη γενιά και τον ανέδειξε ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς των ΗΠΑ.
Η λογοτεχνική καριέρα του («Ιδανική Μέρα για Μπανανόψαρα», «Φράνι και Ζούι», «Ψηλά Σήκωσε τη Σκεπή» κράτησε λιγότερο από μια δεκαπενταετία έως το 1965. Εκτοτε διαφύλαττε τη μοναχικότητά του και περιφρουρούσε τη σιωπή του, ενώ οι φήμες έλεγαν πως έγραφε πυρετωδώς.
Αρνούνταν επί τριάντα χρόνια να δώσει συνέντευξη, είχε αποσυρθεί από το δημόσιο βίο μισό και πλέον αιώνα, και όμως κατάφερνε πάντα να βρίσκεται στηνη επικαιρότητα. Η έλλειψη στοιχείων για τη ζωή του γιγάντωνε τον μύθο του. Το μύθο που δημιούργησε με την περιπετειώδη περιπλάνηση του Χόλντεν Κόλφιλντ, του κατ εξοχήν αντιήρωα.

(πηγή http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=1771424)

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Συνέντευξη του Τεύκρου Μιχαηλίδη

Μαθηματικός στο πέλαγος της μυθοπλασίας


Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ
Μέχρι το 2006, οπότε ο σήμερα 56χρονος Τεύκρος Μιχαηλίδης εξέδωσε τα «Πυθαγόρεια εγκλήματα», ένα αστυνομικό-ιστορικό μυθιστόρημα με φόντο τα μαθηματικά, ήταν ένας άσημος μαθηματικός με καλές σπουδές, που εργαζόταν στη Μέση Εκπαίδευση.




«Δεν περίμενα την απήχηση που είχαν τα βιβλία μου», παραδέχεται ο συγγραφέας.

Τον ελεύθερο χρόνο του μετέφραζε από τα γαλλικά και τα αγγλικά βιβλία με θέμα τα μαθηματικά, τις θετικές επιστήμες και την ιστορία τους -συνολικά είκοσι δύο. Βέβαια, είχε προηγηθεί το ελκυστικό «Μαθηματικά επίκαιρα- Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα», μία σειρά δοκιμίων που συνέδεαν τα μαθηματικά με την επικαιρότητα.



Ομως, με τα «Πυθαγόρεια εγκλήματα», που μεταφράστηκαν σε αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, κινέζικα και κορεάτικα, η φήμη που είχε αποκτήσει εντός εκτινάχθηκε και εκτός ελλαδικών συνόρων. Ετσι ώστε πλέον να αναφερόμαστε στην περίπτωση «Τεύκρος Μιχαηλίδης».



Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, «Αχμές, ο γιος του φεγγαριού» (εκδόσεις Πόλις), ανασκάπτει δίκην αρχαιολόγου το πρώτο ενυπόγραφο μαθηματικό κείμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας, το οποίο περιέχει ογδόντα τέσσερα λυμένα προβλήματα. Κεντρικός ήρωάς του είναι ο γραφέας Αχμές, το όνομα του οποίου σημαίνει «ο γιος του φεγγαριού» και έζησε γύρω στο 1600 π.Χ. στην αρχαία Αίγυπτο. Μ' αυτόν οδηγό, γυρίζουμε πίσω στον χρόνο των Φαραώ και γινόμαστε μάρτυρες σε διαμάχες, ίντριγκες και πολέμους ανάμεσα στους ηγεμόνες τών δύο βασιλείων, της Ανω και της Κάτω Αιγύπτου.



Πόσο παλιά πρέπει να πάμε για να ανακαλύψουμε το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε με θέμα τα μαθηματικά;



«Ηταν η "Flatland" ("Επιπεδοχώρα") του Εντουιν Αμποτ, που γράφτηκε το 1884. Περιέγραφε μια χώρα δύο διαστάσεων, της οποίας οι κάτοικοι ήταν επίπεδα γεωμετρικά σχήματα. Ο στόχος του συγγραφέα ήταν διπλός. Από τη μια, η ιστορία του ασκούσε μια εύστοχη και δριμύτατη κριτική στη Βικτοριανή κοινωνία και, από την άλλη, περιγράφοντας τον τρόπο που ένα δισδιάστατο ον θα αντιλαμβανόταν τον τρισδιάστατο κόσμο, βοηθούσε τον αναγνώστη να κατανοήσει την έννοια της τέταρτης διάστασης, που είχε αρχίσει να εμφανίζεται εκείνη την εποχή στα μαθηματικά. Το βιβλίο δημιούργησε σχολή, αφού, από τότε και μέχρι σήμερα, πολλοί συγγραφείς εργάστηκαν πάνω στην ίδια ιδέα γράφοντας "συνέχειες" της "Επιπεδοχώρας"».



Το γεγονός ότι έχετε σπουδάσει και διδάσκετε Μαθηματικά ήταν επαρκής λόγος για να ασχοληθείτε με το νουάρ μαθηματικό μυθιστόρημα;



«Τα "Πυθαγόρεια Εγκλήματα" έχουν ως κύριο θέμα την αντίφαση, και μάλιστα σε πολλά διαφορετικά επίπεδα: ιδεολογικό, ιστορικό, καλλιτεχνικό, μαθηματικό, λογικό. Ο λόγος που θέλησα να δώσω σε αυτό το μυθιστόρημα μορφή νουάρ είναι ακριβώς γιατί αναδείκνυε αυτή την κεντρική ιδέα. Ο φόνος, και μάλιστα με "καλές" προθέσεις, αποτελεί μια κορυφαία αντίφαση».



Περιμένατε ότι τα βιβλία σας θα μεταφραστούν σε τόσο πολλές γλώσσες, ώστε πλέον να μιλάμε για «φαινόμενο Τεύκρος Μιχαηλίδης»;



«Οταν έγραφα τα "Πυθαγόρεια Εγκλήματα" έτρεφα βέβαια την ελπίδα ότι θα έχουν κάποια απήχηση, δεν περίμενα όμως ότι θα διαβαστούν όσο διαβάστηκαν, ούτε ότι θα μεταφράζονταν σε έξι (προς το παρόν) γλώσσες. Ωστόσο δεν νομίζω ότι υπάρχει "φαινόμενο Τεύκρος Μιχαηλίδης". Υπάρχει σίγουρα ένα καινούργιο είδος μυθοπλασίας, που στρέφεται γύρω από τα μαθηματικά και στο οποίο αρκετοί συγγραφείς -ανάμεσά τους κι εγώ- κατάφεραν να έχουν κάποια ενδιαφέροντα αποτελέσματα».



Ποιες παγίδες κρύβει η συγγραφή ενός λογοτεχνήματος που χρωστάει πολλά στοιχεία στον επιστημονικό λόγο;



«Μπορεί κανείς να παρασυρθεί και να το μετατρέψει σε προσχηματική μυθοπλασία, σε "καμουφλαρισμένο" μάθημα. Αντίστροφα, υπάρχει ο κίνδυνος στρέβλωσης της επιστημονικής αλήθειας για την ικανοποίηση των αναγκών του μύθου. Πιστέψτε με, όταν σκαρώνω μια ιστορία με βασανίζουν και οι δυο αυτοί φόβοι».



Ο «Αχμές, ο γιος του φεγγαριού» είναι μία «ανασκαφή» στην «αρχαιολογία» των μαθηματικών;



«Αυτή την ανασκαφή την έκαναν πολύ πριν από μένα οι ιστορικοί των μαθηματικών, από το έργο των οποίων άντλησα πολλά. Εγώ είχα στα χέρια μου ένα όνομα, μια ημερομηνία κι έναν πάπυρο με 84 λυμένα προβλήματα. Μέσα απ' αυτά προσπάθησα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα, μια προσωπικότητα που θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας αυτού του έργου, του πρώτου ενυπόγραφου βιβλίου μαθηματικών στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και σ' αυτόν τον υποθετικό χαρακτήρα θέλησα να δώσω μια υποθετική βιογραφία, βασισμένη στη δουλειά του και στην καθημερινή ζωή της Αιγύπτου εκείνης της εποχής».



Πόσο ενδιαφέρον θα είχε να γίνει μυθιστόρημα η ζωή του μεγάλου Ελληνα μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή;



«Η ζωή του έχει πολλά μυθιστορηματικά στοιχεία. Οι ελληνικές του ρίζες, η κωνσταντινουπολίτικη ανατροφή του, η γερμανική παιδεία του συνθέτουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κράμα. Η αρχική του σταδιοδρομία ως μηχανικού, η στροφή του προς τα μαθηματικά σε προχωρημένη ηλικία, η ελληνική του περιπέτεια σίγουρα δίνουν πλούσιο υλικό για μια μυθιστορηματική βιογραφία. Ας παρατηρήσω ωστόσο ότι διαθέτουμε μια άρτια τεκμηριωμένη επιστημονική βιογραφία του, γραμμένη από τη Μαρία Γεωργιάδου».



Ποιου μαθηματικού η ζωή ήταν σαν μυθιστόρημα;



«Η σύντομη ζωή του Εβαρίστ Γκαλουά, που γεννήθηκε λίγο μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αποβλήθηκε από το σχολείο για ανάρμοστη συμπεριφορά, έκανε δυο χρόνια στη φυλακή για πολιτικά αδικήματα, σκοτώθηκε σε μονομαχία πριν συμπληρώσει τα 21 του χρόνια και μέσα από τρία μικρά μνημόνια έφερε την επανάσταση στα σύγχρονα μαθηματικά. Δεν είναι συναρπαστική;».



Αλλαξε η ζωή σας στο σχολείο από τότε που, λόγω της επιτυχίας των βιβλίων σας, γίνατε αναγνωρίσιμος;



«Δεν νομίζω ότι άλλαξε τίποτα. Οι μαθητές και οι συνάδελφοί μου αποτελούν την ευρύτερή μου οικογένεια. Αυτοί ακούν και διαβάζουν πρώτοι τα πρωτόλεια της δουλειάς μου, σ' αυτούς εμπιστεύομαι τα σχέδια και τις αγωνίες μου. Αλλωστε, μην ξεχνάτε πως κανείς δεν είναι στον τόπο του προφήτης». *



Η εκλαΐκευση δεν προδίδει την επιστήμη



Είστε ιδρυτικό μέλος, μαζί με τον Απόστολο Δοξιάδη, της ομάδας «Θαλής+Φίλοι», που δραστηριοποιείται για τη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στα μαθηματικά και τον πολιτισμό. Πόση εκλαΐκευση χωράει στην επιστήμη, χωρίς να προδίδεται η μεθοδολογία της;



«Πιστεύω πως η εκλαΐκευση, όταν γίνεται με σωστό τρόπο, δεν προδίδει τη μεθοδολογία της επιστήμης. Αντίθετα, αποκαλύπτει στον μη ειδικό τη μεθοδολογία και τις βασικές τάσεις της, παραλείποντας τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ωστόσο, παρόλο που η εκλαΐκευση μας ενδιαφέρει, δεν αποτελεί το κύριο μέλημα της ομάδας "Θαλής+Φίλοι". Αυτό που κυρίως επιδιώκουμε είναι να αποδείξουμε, με κύριο εργαλείο την αφήγηση, ότι τα μαθηματικά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού, αλληλεπιδρούν με τις υπόλοιπες πολιτιστικές δραστηριότητες και εντάσσονται ομαλά μέσα στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσονται. Και, βέβαια, η δραστηριότητα για την οποία είμαστε κυρίως υπερήφανοι είναι οι λέσχες ανάγνωσης, που πρώτοι δημιουργήσαμε στην Ελλάδα και που βρήκαν -προς μεγάλη μας ικανοποίηση- πολλούς μιμητές και σε άλλους χώρους πέρα από τη μαθηματική λογοτεχνία».
 
(πηγή http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=16/01/2010&id=121463)

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Η Στυλιάνα Γκαλινίκη απαντά στις ερωτήσεις μας


Το βιβλίο της Στυλιάνας Γκαλινίκη "Όλα πάνε ρολόΐ ή σχεδόν" ήταν αυτό που διαβάσαμε και συζητήσαμε το μήνα Νοέμβρη. Η Στυλιάνα Γκαλινίκη , δέχτηκε να μας απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήσεις, που προέκυψαν κατά την ανάγνωση του μυθιστορήματος της, και την ευχαριστούμε γι' αυτό! Ήταν μια απολαυστική "συνέντευξη", αν και έγινε με τη βοήθεια του διαδικτύου και απουσίαζε η άμεση επαφή. Καλή ανάγνωση!

Λ. Α :Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο σας. Μετά το πρώτο βιβλίο σας , που ήταν μια συλλογή διηγημάτων, προχωρήσατε στην έκδοση ενός μυθιστορήματος. Ήταν εύκολη η μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο;

Σ.Γ : Ομολογώ ότι δεν μου ήταν εύκολο γιατί κιόλας είχα να γράψω πολλά χρόνια. Από την άλλη, είχα να αναμετρηθώ με μία εκτενέστερη αφήγηση. Το διήγημα μου αρέσει σαν είδος γιατί ο λόγος είναι πιο συμπυκνωμένος, μπορείς ακόμη να αποφορτιστείς από τις σκέψεις που σε διακατέχουν πιο άμεσα, ίσως και με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Το διήγημα μπορεί να είναι πιο στακάτο. Όμως από την άλλη το μυθιστόρημα έχει περισσότερο ενδιαφέρον ως νοητική άσκηση. Επίσης, νομίζω ότι γράφοντας μυθιστόρημα υπολογίζεις πιο πολύ τον αναγνώστη. Θέλεις να τον ταξιδέψεις, να τον παιδέψεις, οπωσδήποτε όμως να τον κρατήσεις μέχρι το τέλος. Σε νοιάζει πιο πολύ να τον κερδίσεις. Με το διήγημα πετάς το γάντι. Αν δεν το μαζέψει ο αναγνώστης με το ένα διήγημα, ίσως το κάνει διαβάζοντας το επόμενο μιας συλλογής. Στο μυθιστόρημα συνομιλείς πιο πολύ με τον αναγνώστη. Τον οδηγείς σε ένα λαβύρινθο, αλλά πρέπει να τον δελεάζεις κάθε τόσο να συνεχίσει.

Λ.Α: Η οικογένεια σας σας στήριξε στη συγγραφική σας προσπάθεια;

Σ.Γ: Πάρα πολύ, αλλά με έναν τρόπο που δεν περιγράφεται. Με στηρίζει σε κάθε προσπάθειά μου και θέλω να νιώθουν κι εκείνοι το ίδιο από μένα. Δεν είναι κιόλας αυτονόητο το να σε στηρίζουν οι άνθρωποι με τους οποίους δένεσαι με αγάπη; Αν δεν είχα την οικογένεια που έχω, μπορεί να μην έγραφα κιόλας. Από την άλλη, δεν είναι και το πιο σημαντικό γεγονός της ζωής μου το γράψιμο. Ευτυχώς.

Λ.Α : Γιατί η επιλογή των παράξενων ονομάτων (π.χ. Αλγερία). Έχει κάποια σχέση με τα μηνύματα που θέλετε να δώσετε; Πρόκειται για λογοπαίγνιο;

Σ. Γ : Το όνομα Αλγερία μου βγήκε πολύ αυθόρμητα. Δεν ξέρω πώς και γιατί. Μου άρεσε. Σκέφτηκα ότι είναι πολύ ωραίο όνομα για άνθρωπο, όχι μόνο για χώρα. Και ότι θα ήταν πολύ ωραίο να έχει κάποιος όνομα χώρας. Με πήγε τελικά με έναν ιδιαίτερο τρόπο αυτό το όνομα μέσα στην αφήγηση. Από την άλλη επειδή είχα αποφασίσει το όνομα Σεωρή –αυτό ήταν αποτέλεσμα προσπάθειας γιατί είχα αποφασίσει να είναι ένας επινοημένος τόπος και το όνομα, όποιο κι αν ήτανε, ή έπρεπε να μη σημαίνει τίποτα, ή έπρεπε να σημαίνει οπωσδήποτε κάτι- πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι μπορούσαν να γίνουν ανάλογα λογοπαίγνια και με το όνομα Αλγερία. Πάντως τα πρόσωπα έχουν τα ονόματα που έχουν γιατί, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν μπορούν να έχουν άλλο όνομα. Άλλο Γιώργος, άλλο Γιώργης. Δεν μου ταίριαζε να λέγεται Γιώργος ο αδελφός του Μηνά, αλλά Γιώργης. Σχεδόν κανένα όνομα δεν προσπάθησα να το επινοήσω. Μου προέκυψε αυθόρμητα. Αλλά, σίγουρα τα ονόματα έχουν μια σημασία για μένα, απλά δεν ξέρω ποια είναι. Ίσως έχει να κάνει με τη μουσικότητα που έχει το καθένα ή με ασυνείδητες νοηματοδοτήσεις. Αυτό που με νοιάζει είναι το όνομα να με πηγαίνει, εμένα, κάπου. Νομίζω λ.χ. ότι ποτέ δεν θα έγραφα για κάποια γυναίκα που την λένε Λίζα -το βρίσκω για όνομα γυναίκας σαχλό, «δήθεν» αριστοκρατικό, αλλά θα μου άρεσε να λένε έτσι μια πολυθρόνα! (Ξέρω ανθρώπους που από χιουμοριστική διάθεση δίνουν ανθρώπινα ονόματα στα αντικείμενα. Μου αρέσει αυτό το παιχνίδι της οικειοποίησης των αντικειμένων και ταυτόχρονα της ανατροπής των νοημάτων με τρόπο τέτοιο που να αποκαλύπτονται τα πραγματικά νοήματα – αν ας πούμε ο κακομοίρης γείτονας μιας δήθεν αριστοκράτισσας, που το όνομά της δεν μας ενδιαφέρει, αποκαλεί την πολυθρόνα του Λίζα, κάτι δείχνει για τον κακομοίρη και την αριστοκράτισσα, ίσως και για την πολυθρόνα.)

Λ. Α :Το σύντομο ταξίδι του Μηνά παίζει κάποιο ρόλο στην ωρίμανση του χαρακτήρα του; (Ειδικά αν σκεφτούμε ότι στη λογοτεχνία το ταξίδι αντιπροσωπεύει πάντα μια αναγκαία διαδικασία γνώσης).

Σ.Γ. : Όχι δεν νομίζω ότι ωρίμασε ο Μηνάς στο ταξίδι εκείνο. Αλλά τι είναι η ωριμότητα; Είναι μια ατέρμονη διαδικασία νομίζω, η οποία δεν με απασχολεί. Θέλω να πω ότι ζητούμενο είναι να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να είσαι καλά με το μέσα σου. Τώρα αυτό αν λέγεται ωριμότητα ή όχι, δεν με ενδιαφέρει. Συνήθως η ωριμότητα είναι ένας χαρακτηρισμός που αποδίδουν ή δεν αποδίδουν οι άλλοι για σένα. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι θα χαρακτήριζαν τον Μηνά ανώριμο, που εγκατέλειψε το παιδί του, που ζούσε σε ένα σπίτι όπου κορδέλες κρέμονταν στα παραθυρόφυλλα και στον τοίχο φύλλο-φύλλο αναπτυσσόταν το Δέντρο του Κόσμου. Το ταξίδι του Μηνά ήταν η ζωή με την Αλγερία. Γι’ αυτό διάλεξε να πεθάνει. Το ταξίδι είχε τελειώσει και δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Δεν υπήρχε άλλος τόπος γι’ αυτόν.

Λ.Α : Η προσωπικότητα της Αλγερίας είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτιστικής και οικογενειακής της κληρονομιάς ή είναι άνθρωπος που έχει ξεπεράσει κάθε κοινωνική δέσμευση και έχει κατακτήσει την ελευθερία του πνεύματος;

Σ.Γ : Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, μάλλον θα έλεγα ότι σχετίζονται. Η Αλγερία δεν εμφανίζεται ως ένας άνθρωπος που έχει ξεπεράσει κάθε κοινωνική δέσμευση, δεν είναι νομίζω αυτό που τη χαρακτηρίζει. Θα έλεγα περισσότερο ότι είναι ένας άνθρωπος καλός και σοφός, που δεν την απασχολούν οι κοινωνικές συμβάσεις, αλλά η ουσία των πραγμάτων. Η Αλγερία δεν προσπάθησε να ανατρέψει τίποτα. Κράτησε μία στάση σιωπής για να αφουγκράζεται αυτό που οι άλλοι μέσα τους πίστευαν ότι είχαν κάνει να σωπάσει. Η Αλγερία «ήξερε». Και δεν επιδίωξε να διαφέρει, αλλά διέφερε. Διέφερε επειδή δεν θυσίασε τον εαυτό της για να έχει την κοινωνική αποδοχή.

Λ. Α : Η σχέση του παπά – Τρακ με το Θεό δεν εμφανίζεται ως η συνηθισμένη σχέση ανθρώπου – Θεού (σχέση σεβασμού ή φόβου). Η συνομιλία τους μας θυμίζει πιο πολύ παρόμοιους διαλόγους μεταξύ Θεού και Δον Καμίλο. Θα θέλατε να το σχολιάσετε;

Σ.Γ : Γιατί έχω την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό μοιάζει με αυτήν του Δον Καμίλο; Όταν προσευχόμαστε, είμαστε πολύ εγωιστές, θέλουμε ο Θεός κάποιες φορές να μας βοηθήσει σε βάρος των άλλων. Λόγου χάρη, όταν ζητάμε τη βοήθεια του Θεού για μία νίκη στο πλαίσιο μιας σύγκρουσης με τον άλλον. Αν ο Θεός βοηθήσει εμάς να νικήσουμε, δεν θα είναι άδικος με τους άλλους; Αυτό δεν νομίζω ότι είναι έκφραση σεβασμού ή φόβου. Και για ποιον λόγο άλλωστε; Γιατί να φοβόμαστε τον Θεό; Δεν θα ήταν καλύτερα να τον εμπιστευόμαστε; Αυτό δεν σημαίνει πίστη; Γιατί μας έχουν διδάξει ότι η πίστη σημαίνει φόβο; Προσωπικά δεν θέλω έναν Θεό που να τον φοβάμαι. Θέλω τον Θεό για να μην φοβάμαι.

Ο παπα-Τρακ είναι ένα δραματικό πρόσωπο στην ιστορία. Οι δοκιμασίες της ζωής και η συμπεριφορά της θεοσεβούμενης κοινωνίας, την οποία υποτίθεται ότι ο ίδιος καθοδηγεί στον δρόμο του Θεού, τον έχουν κάνει να αμφιβάλλει. Ζει μια έντονη υπαρξιακή αγωνία και στην προσπάθειά του να την αντιμετωπίσει φέρνει τον Θεό κοντά του. Επειδή νιώθει ότι ο ίδιος απομακρύνεται από τον Θεό, όντας όμως ένας ιερουργός, αγωνίζεται να κρατήσει την πίστη του. Ο παπάς ζει μία φαντασιακή καθημερινότητα με τον Θεό, τον οποίο νοιάζεται να κρατήσει μέσα του ζεστό -«άναψες τη σόμπα, θα κρυώσεις που βγήκες έξω» κ.λπ. Νομίζω ότι αυτή είναι η ουσία της πίστης, η διαρκής αναζήτηση του Θεού, μια διαλεκτική σχέση με το μέσα μας για την αναζήτηση του Ανώτατου Καλού. Γι’ αυτό κιόλας ο Θεός έδιωξε τον άνθρωπο από τον παράδεισο: ο Θεός δεν είναι δεδομένος, πρέπει να τον αναζητήσουμε.

Λ. Α : Η ιδέα του ποντικιού συμβολίζει κάτι συγκεκριμένο;

Σ. Γ : Τα κρυμμένα κρίματα. Το κομμάτι του εαυτού μας που είναι εξοβελισμένο ως κοινωνικά μιαρό.

Λ.Α :Ο Μηνάς επιλέγει να τελειώσει τη ζωή του μαζί με την Αλγερία. Τη μικρή Ρόρη την αφήνει στον καταυλισμό των τσιγγάνων. Θα είναι πιο ασφαλής εκεί;

Σ.Γ :Αυτό που ήθελε ο Μηνάς ήταν να μείνει το παιδί στη ζωή. Αφήνει το παιδί εκεί μία μέρα γιορτής για τη γειτονιά των τσιγγάνων, μία μέρα γάμου. Ο γάμος είναι ένα πλαίσιο, το οποίο επινόησε η κοινωνία ως έκφραση της συγκατάθεσή μας, της αναγκαιότητας για τη συνέχιση της ζωής.

Λ.Α :Γιατί δε θεωρείτε σημαντικό να μας αποκαλύψετε τον τόπο και τον τρόπο συνάντησης του ζευγαριού;

Σ.Γ :Το συγκεκριμένο ερώτημα νομίζω ότι δεν πρέπει να υφίσταται γιατί απαντάται στο βιβλίο. Σας θυμίζω, στο σημείο εκείνο αποκαλύπτεται και το τι σημαίνει Σεωρή. Αυτό που δεν παρουσιάζεται είναι το διάστημα από εκείνη την πρώτη συνάντηση μέχρι το γάμο τους. Πιστεύω ότι οι ήρωες έχουν δικαίωμα να έχουν τα μυστικά τους. Κανένα πρόσωπο στο βιβλίο δεν φωτίζεται πλήρως.

Λ. Α: Τελικά οι άνθρωποι στις κλειστές κοινωνίες φοβούνται να αναμετρηθούν με το συναίσθημά τους και χτυπούν ό,τι τους κάνει να αισθάνονται εκείνοι μειονεκτικά;

Σ. Γ : Ναι, νομίζω ότι συμβαίνει. Το συναίσθημα της μειονεξίας μπορεί να σε εγκλωβίσει. Το να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Το να περάσεις από το συναίσθημα της μειονεξίας σε αυτό της υπεροψίας είναι πιο εύκολο. Αντί να εξελιχθείς εσύ ως άνθρωπος, απαξιώνεις τον άλλον. Ψηλώνεις πολύ εύκολα έτσι. Έπειτα, οι κλειστές κοινωνίες επιζητούν την ομοιογένεια για να επιβιώσουν. Και το άτομο μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον επιλέγει συχνά την εξομοίωση για να μην απομονωθεί, για να επιβιώσει. Η Σεωρή θα μπορούσε να είναι ο τόπος του εαυτού μας.

Λ. Α :Tα άλλα πρόσωπα του βιβλίου είναι διαφορετικά όπως όλοι οι άνθρωποι εξάλλου. Γιατί όντας διαφορετικοί αρνούνται όχι μόνο κάθε τι διαφορετικό, αλλά θέλουν και να το καταστρέψουν;

Σ. Γ : Ναι, είναι διαφορετικοί, αλλά κρύβουν τη διαφορετικότητά τους, οτιδήποτε θα κλόνιζε το κοινωνικό τους προφίλ το έχουν καταχωνιάσει. Αυτό που νομίζω ότι τους προκαλεί στην Αλγερία είναι ότι ξέρουν ότι και οι ίδιοι θα μπορούσαν να είναι σαν αυτήν, αλλά δεν το διάλεξαν. Συμβιβάστηκαν για να μπορούν να είναι μέρος του κοινωνικού συνόλου. Τους προκαλεί ότι κάποιος δεν προσπαθεί να γίνει σαν αυτούς. Τους θυμίζει επίσης τον δικό τους εσώτερο εαυτό, τους δείχνει επίσης πόσο καλύτερα θα μπορούσαν να είχαν ζήσει. Κατά συνέπεια, η Αλγερία, ως άνθρωπος που μπορούσε να είναι ο εαυτός του και να είναι ευτυχισμένος, πραγματικά ευτυχισμένος, αποτελεί, χωρίς η ίδια να το θέλει βέβαια, απαξίωση της ζωής τους. Συγκρίνουν τη ζωή τους με τη δική της και ο λογαριασμός είναι… μείον. Ε, πώς να της το συγχωρέσουν!

Λ. Α :Η Σιένα είναι ένα υπαρκτό ή ένα φανταστικό πρόσωπο. Τι αντιπροσωπεύει η ανοδική σκάλα;

Σ. Γ : Για μένα είναι φανταστικό πρόσωπο, για τη Ρόρη όχι, είναι η όμορφη και τρελή γειτόνισσά της, είναι ο φαντασιακός ακροατής της. Όσο για το τι αντιπροσωπεύει η ανοδική σκάλα: το να ακολουθούμε τον δικό μας δρόμο ακόμη κι αν στους άλλους φαίνεται ότι αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά.

Λ.Α : Στο τέλος του βιβλίου σας λέτε ότι ανάμεσα στους παράγοντες που συντέλεσαν στη γραφή αυτού του βιβλίου ήταν και οι φιλίες σας. Η ιστορία αυτή βασίζεται σε δικές τους εμπειρίες;

Σ.Γ : Χρωστάω πάρα πολλά στους ανθρώπους που αγαπάω, στην οικογένειά μου και στους φίλους μου. Νομίζω ότι και το ότι γράφω το χρωστάω σ’ αυτούς, γιατί αυτοί είναι που με κάνουν να θέλω να αφηγηθώ ιστορίες. Έπειτα, με κάποιον τρόπο -άλλοτε ασυνείδητα, άλλοτε όχι- δικές μου ή δικές τους εμπειρίες, ή εμπειρίες άλλων, λιγότερο οικείων, υπεισέρχονται στην αφήγηση. Σαν ένα παιχνίδι συνενοχής. Εμπνέομαι από τους άλλους, ο κάθε άνθρωπος είναι πολλές καταπληκτικές ιστορίες. Το βιβλίο αυτό το εμπνεύστηκα μέσα από τα συναισθήματα που μοιράστηκε μαζί μου μία φίλη μου, την περίοδο που «αποχαιρετούσε» τον πατέρα της. Η ιστορία του βιβλίου δεν έχει καμία σχέση με τη ζωή της βέβαια, είναι φανταστική. Όπως φανταστικά είναι σχεδόν όλα τα πρόσωπα του βιβλίου. Εκτός από τρία: τη Ματώ, την Ευθυμία και τον Ευριπίδη. Να, πάλι, οι φίλες μου: ενώ έγραφα το βιβλίο, δύο φίλες μού ζήτησαν να γίνουν ηρωίδες στο βιβλίο. Οι ηρωίδες έχουν στοιχεία είτε της εμφάνισής τους (η Ματώ) είτε της ζωής τους (Ευθυμία). Το αίτημά τους έγινε τηλεφωνικά, ήταν ένα παιχνίδι. Τη συνομιλία όμως άκουσε και κάποιος άλλος που ήταν μαζί τους ονόματι Ευριπίδης. Ζήτησε κι αυτός να γίνει ήρωας στο βιβλίο. Δεν τον γνώριζα όμως καθόλου και δεν ένιωθα ελεύθερη να φτιάξω τον συγκεκριμένο ήρωα όπως ήθελα. Δεν μου ταίριαζε κιόλας κανένας κάτοικος του χωριού να λέγεται Ευριπίδης! –να η σχέση μου με τα ονόματα πάλι. Τελικά στο βιβλίο έγινε αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα: κάποιος που ζητάει να γίνει ήρωας σε βιβλίο! Μάλιστα, δεν γνώρισα ποτέ τον πραγματικό Ευριπίδη.


Γράφοντας παρεισφρύει η ζωή και η αφήγηση αλλάζει. Όταν έγραφα τη σκηνή που ο Αριστάκος είναι με τον παπά στο γυράδικο, πήρα ένα μήνυμα στο κινητό από μία άλλη φίλη μου, που πάνω-κάτω έγραφε: είμαι σε μια παραλία και διαβάζω για τις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες, εσύ πού είσαι με τους ήρωές σου; Της απάντησα: σε ένα γυράδικο, αλλά θα έρθω κι εγώ στην παραλία! Έτσι ο Αριστάκος, ενώ είναι στο γυράδικο, θυμάται το πώς σε μια παραλία κάποια γυναίκα του χάρισε ένα βιβλίο που έγραφε για τις ρωμαϊκές βιβλιοθήκες. Όταν δε, ξεκίνησα να γράφω για τον Γιάνναρο, άνοιξα το ραδιόφωνο - ήταν η μοναδική φορά που είπα να ακούσω μουσική από το ραδιόφωνο, τον υπόλοιπο καιρό άκουγα, τις άλλες μουσικές που αναφέρω, οι οποίες ήταν αποθηκευμένες στον υπολογιστή. Μόλις άνοιξα το ραδιόφωνο άκουσα τη φωνή του Στράτου Διονυσίου. Μου άλλαξε τη διάθεση. Είπα λοιπόν, ο ήρωας αυτός θα είναι ένας τύπος λαϊκός, ένας αμετανόητος γλεντζές, ένας Γιάνναρος. Αν άκουγα όπερα, μπορεί να ονομαζόταν και Ιωάννης. Και μάλλον δεν θα ήτανε φορτηγατζής. Ίσως. Μπορεί βέβαια να ήταν κι ένας ακόμη πιο ενδιαφέρων φορτηγατζής! Που, ας πούμε, θα άκουγε κρυφά όπερα στο φορτηγό! (Χμ! Σαν καλύτερο μου φαίνεται!)

- Από πού εμπνευστήκατε την ιδέα να μην ακολουθήσετε την χρονολογική

σειρά της ιστορίας;

Από το γεγονός ότι όταν η μνήμη ανασκαλεύεται, οι αναμνήσεις δεν ανακύπτουν ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά των βιωμάτων. Ανακαλούμε σχεδόν πάντα τα γεγονότα στη μνήμη μας με άτακτη σειρά, ανάλογα με την ένταση των συναισθημάτων που τα συνοδεύουν, ανάλογα με την αιτία της απώθησής τους στη λήθη. Το χιόνι που καλύπτει τη Σεωρή εκείνη την ημέρα του Φεβρουαρίου, που αναμένεται η επιστροφή της Ρόρης, θα μπορούσε να είναι το παγωμένο άσπρο της λήθης. Ο παπάς που κινείται στους χιονισμένους δρόμους, σαν μαύρος λεκές που απλώνεται στο άσπρο, αναμοχλεύει τη μνήμη των κατοίκων. Όταν ολοκληρωθεί η αφήγηση της ιστορίας το χιόνι αρχίζει να λιώνει. Σε κάποιο σημείο ο παπάς αναρωτιέται μήπως ήταν ο ίδιος όλο κι όλο ένας μαύρος λεκές «από μαύρο γράσο ας πούμε». Σήμερα θα έγραφα «από μαύρο μελάνι», σαν τα γράμματα σε μια λευκή σελίδα. Η γραφή είναι ένας τρόπος αναμόχλευσης της μνήμης. Λειτουργεί ενάντια στη λήθη. Βέβαια αυτές οι αναλογίες δεν είναι απαραίτητο να εκληφθούν από τον αναγνώστη για την κατανόηση της ιστορίας. Απλά, δοθείσης της ευκαιρίας, σας μιλάω για κάποια πράγματα που με απασχολούσαν ενώ έγραφα το βιβλίο, κι έχουν μέσα μου μια ιδιαίτερη σημασία, είναι αν θέλετε, οι δικοί μου κώδικες μέσα στο κείμενο, τα δικά μου στοιχεία συνενοχής με αυτό.


- Παρατηρήσαμε ότι στο βιβλίο υπήρχε τακτική εναλλαγή χρονικών
ενοτήτων ανά δυο κεφάλαια. Υπήρξε σχέδιο ή σας προέκυψε τυχαία;

Η χρονική εναλλαγή είναι σαν το εκκρεμές στο ρολόι του Γιάνναρου: αριστερά (πίσω-παρελθόν), δεξιά (μπροστά-παρόν). Όλα πάνε ρολόι. Αν προσέξετε όμως, η εναλλαγή αυτή δεν είναι και τόσο τακτική έως το τέλος της αφήγησης. Κάποιες φορές είναι διαδοχικά τα κεφάλαια του παρελθόντος: όλα πάνε ρολόι - ή σχεδόν!

-Ποιους συγγραφείς διαβάζετε;

Δεν είμαι αφοσιωμένη σε κάποιους συγγραφείς, καλώς ή κακώς. Δεν διαβάζω πια πολύ πεζογραφία. Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη για την ποίηση, από τον Αλκμάνα και τον Όμηρο μέχρι τα δημοτικά τραγούδια, τους σουρεαλιστές και τους σύγχρονους ποιητές. Με ενδιαφέρουν επίσης πολύ οι μελέτες γύρω από την ιστορία, την αρχαιολογία, την ιστορία της τέχνης και την ανθρωπολογία.


Σας ευχαριστώ πολύ για τις τόσο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, κυρίως όμως για τη διάθεσή σας να συζητήσουμε για το βιβλίο.

Και μεις σε ευχαριστούμε Στυλιάνα για το ταξίδι που μας χάρισες στον κόσμο της Σεωρής, του Μηνά και της Αλγερίας, της Ρόρης και του παπα-Tρακ!

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Το ανάθεμα - αφήγημα του Μάριου Μιχαηλίδη σε ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ


Ο κύριος Μάριος Μιχαηλίδης μας έκανε την μεγάλη τιμή να μας στείλει ένα δικό του αδημοσίευτο αφήγημα που προσθέτουμε στο ιστολόγιο μας μαζί με την αφιέρωση του συγγραφέα. 
Κ.ε Μιχαηλίδη, σας ευχαριστούμε θερμά!

   Το  ανάθεμα 


Στον  Νίκο Κουνενή, στους ευγενείς αναγνώστας του Οστεοφύλακος και προς πάντα φιληδόνως περίεργον.      
   
Οι  Ποιμενάρχες εξεπλάγησαν όταν έλαβαν επιστολήν υπογεγραμμένην δι’ ερυθράς μελάνης και φέρουσαν την μεγίστην σφραγίδα του Αρχιποιμένος. Ναι. Εκτάκτως συνεκαλούντο. Δεν επρόκειτο περί ασκήσεως ετοιμότητος. Διότι ο Αρχιποιμήν, πρώην ιερεύς-ταγματάρχης του ενδόξου ημών στρατού κλπ, κλπ, περιώνυμος εαμοφάγος, από καιρού εις καιρόν εφαντάζετο ότι δρασκελά βουνά και ραχούλες διώκων τους αντιχρίστους. Αυτή την εμμονή την πλήρωναν όχι μόνον οι νέοι αλλά και οι παλαιότεροι Ποιμενάρχες με έκτακτες συγκλήσεις και σε στιγμές που η αγιότης των παρεδίδε το σαρκίον στην αγκαλιά του ύπνου. Ναι. Το πράγμα διέφερε. Ήδη, απεκλείσθη το ενδεχόμενον της αγυρτίας των υπεξαιρέσεων από τα Ιεροταμεία, καθώς και της βδελυράς εκείνης εκδοχής του ποιμενάρχου – αρσενοκοίτου. Αυτά χαλκεύονται εξακολουθητικώς από τους εχθρούς της εκκλησίας, οπότε και επιβάλλεται να τα παρακάμπτει κανείς. Το πράγμα ήτο σκοτεινόν και προμήνυε πολλά.
      Η έκτακτη σύνοδος των Ποιμεναρχών πραγματοποιήθηκε εις το Μέγα Συνοδικόν της Μονής Φερνάζη. Νωρίς συνέρρεαν τα συνεργεία των δημοσκόπων με τις στίλβουσες νεαρές και το πάθος των μικροφώνων στις σφιχτές των παλάμες. Και αυτές απορούσαν. Όμως, μάταια πίεζαν τους εκ των έσω ιερωμένους, οι οποίοι αδιάφοροι, δήθεν, έκοβαν άνθη και λωτούς από τους κήπους της πανσέπτου Μονής. Και η υπόθεση έτεινε να προσλάβει χαρίεσσαν πλησμονήν με την ελαφρότητα των ακκιζομένων νεαρών με τους δυστυχείς κληρικούς. Ώσπου η ατμόσφαιρα άλλαξε, όταν άρχισαν να καταφθάνουν απαστράπτουσες τροχήλατες άμαξες, μελανόχροες. Ώ, τι χάρις… Ο Αιδίων και Μαρμαρυγής, ο Πρόκλων και Τεκτονίας, ο Αρσενίας και Θυλάκων, ο Πεονίας και Αμφιλύκης, Ο Τρυφίας και Ερμαφροδαίων…όλοι, μα όλοι των λαμπροί…
      Εις μάτην, πάλι, οι στίλβουσες με τα επιμήκη  ανά χείρας συνωθούντο και ρωτούσαν τι και πώς και γιατί. Οι Ποιμενάρχες, ανέκφραστοι, ύψωναν την παλάμη εν είδει  ευλογίας και με βήμα ταχύ εισήρχοντο δια της μεγάλης πύλης εις τα ένδον της Μονής. Ώ, τι μυστικοπάθεια αλλά και τι σύγχυση στα συνεργεία με τους ωραίους τρίποδας και τους προβολείς…
      Από το Μέγα Συνοδικόν περίσσευε η  λαμπρότης. Παντού χρυσοποίκιλτα ερμάρια, κουρτίνες και τοιχογραφίαι εμμένουσαι στη θέωση μακαριστών Αρχιποιμένων. Και, επιτέλους, η Εις Άδου Κάθοδος, ακριβής μίμηση της τοιχογραφίας που κοσμούσε πάλαι ποτέ το Οστεοφυλάκιον, έργον του εκ Κοζάνης, Γεωργίου Πιφλιντζή, ήτο επιμελώς κεκαλυμμένη. Άλλωστε, επήλθε συμφωνία. Η σεβαστή κοσμική εξουσία συμφώνησε κατά πάντα. Ουδέποτε υπήρξε  Πιφλιντζής, μόνον ο Βούλγαρος Γκεόρκ Πίφλι. Η εμμονή του περιέργου εκείνου Οστεοφύλακος για ένα όνομα τόσον ασαφές παρ’ ολίγον να προκαλέσει διπλωματικόν επεισόδιον με την γείτονα. Επιτέλους, τώρα, μόνον σκηναί θεώσεως. Βέβαια, οι Ποιμενάρχες εξέλαβαν την ενέργειαν να καλυφθεί η τοιχογραφία, ως αποτρεπτικήν του θανάτου. Άλλωστε, μετά από τρεις συνεχόμενες αποδημίες υπέργηρων ποιμεναρχών, το κακόν έπαυσε και τώρα όλοι ευελπιστούν ότι δεν πρόκειται να επανέλθει στο ορατό τουλάχιστον μέλλον.
      Οι  ποιμενάρχες, αλληοασπαζόμενοι, αστεϊζόμενοι, βλοσυροί, καχύποπτοι και άλλοι αδιάφοροι  ή αδημονούντες, εκάθησαν στο σύνθρονο σε ομόλογες ομάδες. Τα βλέμματά των διασταυρώνονταν πλαγίως και ευθέως. Και τι περίεργο! Ορισμένοι έδειχναν να συμφωνούν και με άλλους άλλων ομάδων και να κινούν τα νήματα μιας υπόγειας κατά τα άλλα συνομιλίας. Όλα αυτά όμως έπαυσαν δια μιάς, όταν εισήλθε στην Συνοδική Αίθουσα ο Αρχιποιμήν μετά πολυπληθούς κουστωδίας νεαρών ιερωμένων. Εστάθη σε ένα βάθρο και σοβαρός έφερε το βλέμμα του ένα γύρο. Αυτό έκανε πάντοτε, για να επιβεβαιώσει τον αριθμό των συμπαθούντων και των αντιπαθούντων και να καταγράψει - προχείρως εννοείται – τις τυχόν αλλαγές. Οι κώδικες που είχεν επινοήσει συνεδύαζαν το δικό του απλανές, δήθεν, βλέμμα με τις αντιδράσεις των ποιμεναρχών. Λόγου χάριν, το χαμηλωμένο βλέμμα και η ελαφρά κάμψη του αυχένος εσήμαινε: «Εξακολουθητικώς στηρίζω την Αγιότητά σας». Αντιθέτως. Το ευθυτενές και ατάραχο βλέμμα υποδήλωνε: «Σας καταμέμφομαι. Απλώς μην εξωθείτε την ανοχήν μου εις τα άκρα». Ακόμη, το βλέμμα που το συνόδευε ελαφρά σύσπαση του προσώπου, υποδήλωνε αδημονία για την πορεία μιας εν εξελίξει συναλλαγής. Αυτά διαρκούσαν ελάχιστα και, παρ’ ότι όλοι γνώριζαν πως επρόκειτο περί  κωδίκων, κανένας δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Αντιθέτως, πολλοί, ακόμη και γνωρίζοντες, αντιδρούσαν σαν σε Αρχιποιμενικό χαιρετισμό. Δια τούτο ευθύς ακολουθούσε το «Εις πολλά έτη Δέσποτα». Την ίδια όμως στιγμή διογκωνόταν το ενδιαφέρον και η απορία για το σκοπό της συγκλήσεως των ποιμεναρχών εις το Μέγα Συνοδικόν της Μονής Φερνάζη. Όμως, οι εικασίες παρέμεναν εικασίες χωρίς τίποτε να αποκαλύπτει ακόμη και καθ’ υπαινιγμόν τον σκοπόν της συνάξεως.
      Η απορία εκορυφώθη όταν χαμήλωσαν τα φώτα και ακούστηκε ελαφρύς τριγμός στον τοίχο πίσω από τον Αρχιποιμένα. Μία οθόνη έκανε την εμφάνισή της και ευθύς δέσμη φωτός κατέπεσε επί της λευκοτάτης επιφανείας. Ένα παρατεταμένο «Ω!...» κατεπνίγη από ψιθύρους δια τα εικονιζόμενα. Επρόκειτο περί δύο μικρόσχημων βιβλίων ενός υπολεύκου και ενός φαιόχρου. Και τα δύο έφερον εικόνας μετά ονομάτων, τίτλων και σημείων κοινής εκδοτικής καταγωγής. Το ένα με τίτλο Ω! του θαύματος συνέγραψεν ο Νίκος Κουνελής και το άλλο με τίτλο Ο Οστεοφύλαξ, ο Μάρκος Μιχοβίτης. Όμως, εκεί που τα βλέμματα διασταυρώνονταν και αρχιερατικά χέρια σχημάτιζαν σταυρούς, εκεί που λευκές κεφαλές αποστρέφονταν τις εικόνες και παλάμες ανοιχτές απωθούσαν το μιαρόν της υποθέσεως - γιατί ήδη όλοι κατάλαβαν πως όλα αυτά ήσαν προπομποί αναθέματος -, άρχισαν να πέφτουν αστραπόβροντα και να συνταράσσεται το Μέγα Συνοδικό. Από μυστική πηγή εκπέμπονταν ακτίνες και υπεράνω των ποιμενικών κεφαλών σχηματίζονταν τεχνηέντως κεραυνοί και, το πλέον θαυμαστό, περιφέρονταν διαγράμματα εικόνων ενός…δύο …τριών προσώπων, ενώ φωνή εκ βαθέων ανέκραζε: Ανδρέας Λασκαράτος…Εμμανουήλ Ροϊδης…Νίκος Καζαντζάκης… Οι ποιμενάρχες κατεπλάγησαν από το πυρ το εκτοξευόμενο από κάποια μακάβρια χοάνη που έμοιαζε να ανασκαλεύει τα έγκατα της γης. «Ω! το θαύμα της εν Θεώ τεχνολογίας!» ανέκραξε νεαρός ιερωμένος με κινήσεις όλο χάρη. Φαινόταν πανευτυχής. «Το θαύμα της εν Θεώ τεχνολογίας» επανέλαβαν μερικοί, κάμπτοντας την κεφαλήν εμφανώς, εμφανέστατα, βέβαιοι ότι ο Αρχιποιμήν τους προσέχει.
      Η αίθουσα φωτίστηκε, αλλά παντού ήταν διάχυτη η ταραχή από το βόμβο και τις ακτίνες με τις μορφές των θυμάτων του αναθέματος. Οι ποιμενάρχες βρίσκονταν σε μεγάλη σύγχυση, ενώ ορισμένοι είχαν ήδη περιπέσει σε βαθιά περισυλλογή. Λίγοι μόνο συζητούσαν χαμηλοφώνως, καταφάσκοντες ή διαφωνούντες και γενικά στο Μέγα Συνοδικό επικρατούσε ένταση. Άλλωστε, οι καιροί άλλαξαν, τα ήθη, επίσης, άλλαξαν και κανείς ιερωμένος δε θα ήταν πρόθυμος να συγκατανεύσει σε ένα νέο ανάθεμα. Πολλοί μάλιστα, τολμηροί, προδίκαζαν την απαξίωση τυχόν υποστηρικτικής του αναθέματος αποφάνσεως. «Η δύναμις των μέσων, έλεγαν, είναι μεγάλη, όπως και η περί την εκκλησίαν εμπάθεια ορισμένων δημοσιογράφων…». Γι αυτό και ήταν μάλλον αβέβαιον εάν το ανάθεμα επιπέσει, τελικώς, επί τας κεφαλάς των συγγραφέων ή εις αυτάς των αγίων πατέρων. Οι ποιμενάρχες αυτά διενοούντο και εταράττοντο σφόδρα.
      Ο Αρχιποιμήν παρετήρει, παρετήρει…Ασφαλώς, πραγματοποιούσε τις αναγκαίες προσαρμογές, ώστε ο λόγος του να είναι αφενός καθησυχαστικός και ενθαρρυντικός και αφετέρου αποφασιστικός και καταπελτικός. Η θητεία του στις μυστικές υπηρεσίες του στρατού τον κατέστησε πλέον έμπειρον εις την ψυχολογίαν των μαζών. Το ανέκφραστον του προσώπου του δεν άφηνεν αμφιβολία ότι είχε παύσει να εικάζει και ότι, ήδη, ήταν βέβαιος περί των πομεναρχικών ανησυχιών και προθέσεων. Όταν θα άρχιζε να ομιλεί, όλα θα άλλαζαν. Οι Κουνελής και Μιχοβίτης εδέχθησαν το δαιμόνιον! Αυτό υποστήριζε και ο Πρωτοκοιμώμενος γέροντας του Αρχιποιμένος. Επιπλέον, «το δαιμόνιον πάντοτε φοβίζει τους ποιμενάρχας…», σκέφτηκε.
      Πρώτα ανεγνώσθησαν αποσπάσματα από τα κατάπτυστα κείμενα. Το δαιμονιακόν εύρημα του Κουνελή να παρουσιάσει τον όσιο Πρόκλο Γ΄(τον Ευσεβή) ως πάσχοντα από πριαπισμόν, διέγειρε τους Συνοδικούς. Από τον Αρχιποιμένα δεν διέφυγε ότι κάποιοι νέοι ποιμενάρχες υπομειδίασαν και έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον Πεονίας. Ακολούθως, ακούσθησαν τα ολωσδιόλου χυδαία και υπονομευτικά για το ήθος των ποιμεναρχών, για την ανελπίστως παρατηρηθείσα, ευρωστία των Ιεροταμείων της περοχής Μαγούλα – εσχάτως μετενομασθείσης εις Παρειάν – μετά την νεκρανάστασιν του οσίου Πρόκλου. Και τότε, πάλιν, ο Αρχιποιμήν παρετήρησε να διασταυρώνονται βλέμματα με εύληπτους υπαινιγμούς. Αμέσως μετά έλαβε ο ίδιος το λόγο και στην αίθουσα επικράτησε νεκρική σιγή. «Πάντα ταύτα, είπε, αποτελούν ύβριν δια την εκκλησίαν και το πλήθος των πιστών. Ο περί ου ο λόγος Κουνελής δηλώνει άθεος. Πληροφορίαι όμως βεβαιώνουν ότι πρόκειται περί δωδεκαθεϊστού ή και σατανιστού». Την ίδια στιγμή στην οθόνη φάνηκε εικόνα με τον Κουνελή ενδεδυμένον χλαμύδα λευκήν και φέροντα επί του στήθους περιδέραιον με ανοικτόν οφθαλμόν. Ευθύς αμέσως άλλη εικόνα εμφάνιζε τον Κουνελή με μανδύα μελανόν και με δύο ακέφαλους πετεινούς ανά χείρας. Οι ποιμενάρχες κατεπλάγησαν και μετά την πρώτη παρατεταμένη έκπληξη άρχισαν, πρωτοστατούντος του Πεονίας και Αμφιλύκης, να κραυγάζουν εν χορώ «Ανάθεμα! Ανάθεμα! Ανάθεμα!». Έπειτα το θαύμα της εν Θεώ τεχνολογίας κατατεμάχισε τον Κουνελή, έως ότου επί της οθόνης απέμεινε μία μαύρη σκιά, ένα στίγμα οιωνεί αποδομούμενο μέχρι πλήρους αφανισμού του.
      Μετά  το πρώτο ανάθεμα, άρχισε η τέλεσις  για το δεύτερο. Ο Μάρκος Μιχοβίτης υπήρξε σκαιός και απεχθής έναντι του Μητροπολίτου Αρδιαίας και Δαμασκηνής. Μετεχειρίσθη χλευασμούς, ύβρεις, υπαινίχθη φιλολαγνείαν και ετεροφιλίαν και πάντα ταύτα εκ στόματος βορβορώδους πλην όμως επιμελώς κεκαλυμμένου υπό ατόμου φέροντος το ψευδεπίγραφον όνομα «αφηγητής». Αυτά, πρώτος κατεμαρτύρησε και δη λίαν επαινετικώς, γραφεύς τις ονόματι Ξιφάριος και ακολούθησαν άλλοι και άλλοι της ιδίας ευτελούς συνομοταξίας γραφείς. «Αφηγητής»! Γέννημα νόθον, νοσηρόν, αλλότριον και σατανικόν. Αλλά ο Μιχοβίτης δεν εσεβάσθη ούτε την καταγραφείσαν υπό της ιστορίας γενναιότητα του άλλοτε λοχαγού – ιερέως, ο οποίος επί μήνας οκτώ και ημέρας τρεις ευρέθη εις τον Γράμμον, ευλογών τα όπλα τα ιερά. Αυτός ο Αρδιαίας, φέρων ως παράσημα τα επτά τραύματα τα τελεσθέντα υπό των κομμουνιστών, τελικώς εμακαρίσθη με το στίγμα του σαρκασμού, με το οποίον εφρόντισε ο Μιχοβίτης να τον κατακοσμίσει. Αυτά είπεν ο Πρωτοφίλερος του Αρχιποιμένος και ευθύς η οθόνη, προς την οποίαν είχαν ήδη στρέψει τα βλέμματά τους οι ποιμενάρχες, κατέγραφε τεκμήρια δια τον δαιμονιακόν Μιχοβίτη. Ως πρώτον προέβαλε χορωδίαν νεαρών με τον Μιχοβίτη να έχει στη ματιά του τη φλόγα της εφηβικής λαγνείας και να τη στρέφει προς τη νεαρά καθηγήτριάν του. Μετά ανεγνώσθη απόσπασμα στο οποίο ο μιαρός αφηγητής αποκαλύπτει τους έρωτες του Οστεοφύλακος προς την καθηγήτρια, Ναταλία Λεοντίδου, αλλά και τας συναιρέσεις του με χήρες και με ανεψιές εκλεκτών κιβωτιόσχημων με κορυφαίαν την φερώνυμο ως «κεκαυμένη». Όμως, το μέγιστον κακόν είναι το ότι δια τας ύβρεις του εδανείσθη και κατεξευτέλισε την γλώσσα των Πατέρων δι ης το πνεύμα ανένηψε και η πίστις εστερεώθη. Προς πάντα ταύτα τον εξώθησε ο μυστικοσύμβουλος του συγγραφέως Νικήτας Πασίρης καθώς και άλλοι περί την σατανικήν γραφίδα ικανοί. Ακολούθως, η οθόνη γέμισε με κινούμενες λέξεις και ζεύγη λέξεων με δήθεν αμφισημίες, αλλά ποιητικώς ανοίκιες ως καταμαρτυρεί ο εκ Κύπρου ευσεβής Λουκάς Αβυσσινός, ικανότατος περί την Παλατινήν λογοτεχνίαν. Επομένως, πρόκειται περί ατόμου λάγνου και εμπαθούς, ερεβώδους και αμαρτωλού.
      Οι  ποιμενάρχες άκουγαν και φάνηκε ότι δεν ήθελαν να σταματήσει το κατηγορητήριο. Προφανώς, μερικοί, κινούμενοι από αναγνωστική περιέργεια, προμηθεύτηκαν  το φερόμενο ως κατάπτυστο βιβλίο. Άλλωστε, του Μάρκου Μιχοβίτη και του Γεωργίου Ιωήλ το βιβλίον «Αναστάσιμα», ηγοράσθη υπό της Αρχιποιμενίας και διενεμήθη εις απάσας τας ιεράς μονάς και τας Μητροπόλεις. Γιατί λοιπόν η τόση εμπάθεια ή ποιο, τελικώς, δαιμόνιο έπληξε τον Μιχοβίτη;
      Τα  φώτα περιέλουσαν την αίθουσα και ο Αρχιποιμήν φαινόταν κατάπληκτος. Το Ανάθεμα του Μιχοβίτη προς στιγμή απομακρυνόταν. Όμως, η αγιότης του δεν ήταν συνηθισμένη σε υποχωρήσεις. Τα μάτια του ήταν γεμάτα συγκρατημένο θυμό καθώς τα περιέφερε στο Μέγα Συνοδικό αναζητώντας κοινούς όρους συμπαιγνίας με ορισμένους, οι οποίοι θα συνέπρατταν ευχαρίστως με αντιμισθία την απαλοιφή υποψιών αλλά και επιβεβαιωμένων αξιομέμπτων πράξεων. Επέμεινε και μάλιστα διεισδυτικώς στον Αιδίονος και Μαρμαρυγής καθώς και στον Πεονίας και Αμφιλύκης, οι οποίοι μόλις το αντελήφθησαν έκαμψαν ελαφρώς τον αυχένα. Μετά έστρεψε το βλέμμα του επιμόνως στο πίσω μέρος της αιθούσης και ευθύς σκοτείνιασε. Παντού έρεβος. Από τη μυστική χοάνη άρχισε να εκρέει συριγμός, ελαφρύς στην αρχή αλλ’ ολοέν’ αυξανόμενος και καταλήγων εις βόμβον ηχηρότατον, στον οποίο ανεμειγνύοντο δυσερμήνευτοι τριγμοί και φωνές σφαγιαζομένων. Παράλληλα, άρχισαν να διαπερνούν την αίθουσα ακτίνες, να εγγίζουν τας λευκάς κεφαλάς και να περιφέρουν πάλι διαγράμματα προσώπων, στα οποία προσετέθησαν δύο νέα, του Κουνελή και ανελπίστως του Νίκου Φυσουνάκη, πολιτικού λίαν ατιθάσσου και προκλητικού. «Και αυτόν και αυτόν…» απάντησε ο Αρχιποιμήν, όταν τον ερώτησε ο χαρίεις ιερωμένος μέσω αοράτων συστημάτων. Εγνώριζε, βεβαίως, ότι ο Φυσουνάκης δεν είχε αναθεματιστεί, παρ’ ότι το θέμα ετέθη υπό του μακαριστού Αρχιποιμένος. Επήλθε, όμως, καταλλαγή και επρυτάνευσε η σύνεση μεταξύ των διεστώτων μερών, της τε κοσμικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας.
      «Όποιος δεν υποτάσσει τη γραφίδα του στην υπέρτατη βούληση, έστω ανάθεμα», κραύγασε ο Πρωτοφίλερος. Τότ’ ευθύς, ακτίνα φωτός περιέλουσε τον Αρχιποιμένα, ο οποίος σηκώθηκε και ύψωσε τα χέρια του, οιονεί επικαλούμενος δυνάμεις για τις οποίες ήταν βέβαιος ότι εκείνη την ώρα κατέκλυζαν το Μέγα Συνοδικόν. Η ταραχή των ποιμεναρχών υπήρξε μεγάλη. Η εν Θεώ τεχνολογία πραγματοποιούσε άλλη μία ανατροπή. «Ανάθεμα! Ανάθεμα!...» ακούστηκε από έναν μικρόσωμο και μονόφθαλμο ποιμενάρχη. Το ίδιο επανέλαβαν τρεις, τέσσερις άλλοι και η αίθουσα άρχισε να δονείται από λυσσαλέες κραυγές: «Ανάθεμα…εις το πυρ το εξώτερον…».
      Ο θρίαμβος του Αρχιποιμένος ήταν αδιαμφισβήτητος. Τώρα, όλοι έλπιζαν ότι το καταστροφικό για την εκκλησία ρεύμα θα ανακοπεί. Διότι είχαν, όντως, εμφανιστεί στοιχεία διαβρώσεως, τα οποία, ήδη, εξέθεταν την εκκλησία. Η αυξανόμενη πορεία των επικρίσεων για κακοδιαχείριση των εσόδων, η εκκοσμικευμένη κίνηση της Αρχιποιμενίας να ιδρύσει εταιρεία φιλανθρωπίας καθώς επίσης όλα εκείνα τα περί φιλολαγνίας κλπ...,κλπ..., ορισμένων ποιμεναρχών, επέβαλλαν να αναζητηθεί διέξοδος. Όπως και έγινε. Κουνελής και Μιχοβίτης! Εις το πυρ το εξώτερον…
      Την επόμενη μέρα όλα τα έντυπα ασχολούνταν  με το ανάθεμα. Το μεγαλείο της μικρόνοιας απέδειξε ότι μπορούσε να κατισχύσει έναντι οποιασδήποτε αξίας, έργου ή προσώπου. Οι θλιβεροί ιεροφάντες δρασκέλισαν πάλι και πάλι την αντίπερα όχθη και πυρπόλησαν ό,τι έμελλε δήθεν να αποβεί…μολυσματικό. Και το πλέον θλιβερό, ομότεχνοι των συγγραφέων και γενικά «άνθρωποι του χώρου» επέχαιραν χωρίς αιδώ. Ασίγαστο το μίσος. Και ο φθόνος , χείριστος σύμβουλος…
      Ο υπουργός παιδείας τινάχθηκε δίκην ελατηρίου, μόλις ακούστηκε η φωνή του Πρωτοφίλερου, η εκφράζουσα τας βουλάς του Αρχιποιμένος. «Μα, βεβαίως…στις πέντε», ψέλισε.
      Στις  πέντε ακριβώς ο θυρωρός ανήγγελλε την άφιξη της αγιότητός του. Ο κ. υπουργός τον υποδέχτηκε στην είσοδο του γραφείου του και μετά από τον τυπικό ασπασμό παρέλαβε τη Συνοδική απόφαση του αναθέματος. Το βλέμμα του Αρχιποιμένος ήτο αυστηρόν, αυστηρότατον και περίπου υποδήλωνε ότι επ’ ουδενί ήθελε να συζητήσει περί των πεπραγμένων. Η υπογραφή του υπουργού ήταν θέμα βεβαίως τυπικό, αλλά χωρίς αυτήν, το ανάθεμα δεν μπορούσε να αποσταλεί και να αναγνωσθεί στους ναούς της επικράτειας.
      Ο κ. υπουργός ήταν τωόντι αμήχανος. Μόλις δύο ημέρες πριν είχε αναλάβει το αξίωμα και τώρα κατανοούσε την αποστροφήν του προκατόχου του ότι «πρόκειται για ένα υπουργείο που ομοιάζει με βραδυφλεγή βόμβα». Νέος αυτός και ταχυφλεγής, θεώρησε εντελώς τυπική τη συμβουλή. Ιδίως, μάλιστα, όταν παρέκαμψε την αντίδραση των πρυτάνεων σχετικώς με το νόμο 4578/2007, ο οποίος καταργούσε τον 70/1832 «περί επιδόματος τσαρουχίων, τηβέννου και λευκής φενάκης» , αισθάνθηκε δυνατός, πολύ δυνατός. Να, όμως, που τώρα βρισκόταν μπροστά σε μια ανυπέρβλητη δυσκολία. Ούτε καν τολμούσε να σκεφτεί μία ηρωική έξοδο. Άλλωστε, ήταν ολιγοήμερος και δεν είχε προλάβει να κοσμίσει το αξίωμά του με τη σφραγίδα μιας δυναμικής παρουσίας. Ακόμη και να ύψωνε ένα μεγάλο «όχι», ποιος θα τον πρόσεχε; Πράγματι, ο κ. υπουργός αντιμετώπιζε πρόβλημα «οντότητας».
      Οι  σκέψεις αυτές διήρκεσαν ελάχιστα, όσο κράτησε η ευγενική κίνηση προς τον υψηλό επισκέπτη να καθίσει. Ούτε καν η τυπική περί της υγείας του Αρχιποιμένος ερώτηση μπόρεσε να διασκεδάσει την αμηχανία του κ. υπουργού, στην οποία τώρα προσετίθετο ελαφρά σύγχυσις.
      Ο Αρχιποιμήν ήτο καλά εις την υγεία  του και καλύτερα θα αισθανόταν, αν ο κ. Υπουργός υπέγραφε αμέσως τη Συνοδικήν απόφαση. Άλλωστε, έπρεπε να αποσταλεί και να φθάσει έγκαιρα, ώστε να προλάβουν οι ιερείς να την αναγνώσουν ιδιωτικά και μετά από άμβωνος. Ασφαλώς, οι πλείστοι γνώριζαν ανάγνωση, ήταν όμως αβέβαιον αν όλοι αντιλαμβάνονταν την ουσία των λόγων, ιδίως οι γεροντότεροι των επαρχιών. Ωστόσο, το πράγμα μπορούσε να παρακαμφθεί με την αποστολή εκλαϊκευμένου εντύπου, διανθισμένου με τοπικά γλωσσικά στοιχεία. Άλλωστε, το πρόβλημα δεν περιοριζόταν μόνο στους ιερείς. Άραγε, πόσες άλλες λέξεις εκτός από το «ανάθεμα» θα ήταν δυνατό να κατανοήσουν οι αγαθοί πιστοί των επαρχιών; Όμως, ο Αρχιποιμήν γνώριζε πολύ καλά, ότι το όλο θέμα δεν ήταν σημαντικό. Προείχε το ύφος! Μία πράξη αναθέματος όφειλε να περιβληθεί με ανάλογο ένδυμα. Η γλώσσα με τα τεχνάσματά της έπρεπε να διαμορφώνει ύφος οιονεί εκπορευόμενον από τας εσχατιάς των Ιερών Συνόδων και εκ στόματος αρχιερέων-συνομιλητών με την αγαθότητα και τη φιλευσπλαχνία Του, αρχιερέων-ζηλωτών και ευρισκομένων εγγύτατα του ύφους των προφητών τη στιγμή που εκτοξεύουν τα πυρρά τους λόγια κατά της αγυρτίας των εθνικών, των πολυθεϊστών, των αθεϊστών και των αθρήσκων. «Ούτε λόγος για αλλαγή στο ύφος» τον συμβούλευε ο γέροντας Πρωτοφίλερος. «Εδώ προέχει το ανάθεμα και η επί πάντων δική σου επιβολή». «Ούτε βήμα πίσω…» σκεφτόταν ο Αρχιποιμήν. Το κίνημα ορισμένων νέο-χριστιανών και κυρίως η απαίτηση για ριζικές αλλαγές στο λειτουργικό τυπικό και στη γλώσσα της εκκλησίας τον εύρισκαν όχι μόνο αντίθετο, αλλά του προκαλούσαν πολεμική διάθεση. Οι δύσμοιροι νέο-χριστιανοί, μεταξύ των οποίων ο εκδότης Μαυρόγλου, ο καθηγητής Φαναράς και ο τραγουδοποιός Σαυρόπουλος, εκινούντο εξ αγαθής προαιρέσεως πλην, όμως, κατεπονούντο εις μάτην.
      Τη  στιγμή που άπλωνε το χέρι του ο κ. υπουργός, το τρέμουλο ήταν τόσο εμφανές, ώστε το υπογεγραμμένο πλέον έντυπο τού ξέφυγε, μα πριν προλάβει να βρεθεί στο πάτωμα, τίναξε το σώμα του και το άρπαξε. Μόνο που την ίδια στιγμή, παραπάτησε κι έπεσε. Ευτυχώς! Η Συνοδική Απόφασις απλώς μετεωρίστηκε και πριν καταπέσει ανηρπάγη αερόβιος! Έτσι, περισώθηκε η τιμή και η υπόληψη του Αναθέματος.
      Ο Αρχιποιμενάρχης αναχώρησε και  ούτε καν απηύθυνε το λόγο στον κ. υπουργό. Μόνο τον κοίταξε με οίκτο, όταν εκείνος τον διαβεβαίωνε πως τίποτε δεν είχε πάθει. Όμως, καθόλου δεν ησύχαζε.  Σκεφτόταν διαρκώς τις αντιδράσεις. Έβλεπε τους συναδέλφους του υπουργούς να τον κοιτούν άλλοι αδιάφορα και άλλοι περιπαικτικά, παρ’ ότι είχε συμφωνηθεί να μη έρθει κανείς σε ευθεία σύγκρουση με την εκκλησία. Για μια στιγμή έκλεισε τα μάτια και είδε μπροστά του τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με τους πηχυαίους τίτλους και τα μεγάλα μαύρα γράμματα: Το Ανάθεμα στον υπουργό – θρίαμβος του Αρχιποιμένος.
      Σκέφτηκε, αν ήταν πιο καλό για τον ίδιο να αντιδρούσε, να έλεγε το μεγάλο όχι ό,τι κι αν αυτό του στοίχιζε. Όμως, έκανε μια ξαφνική κίνηση με το χέρι του σαν να ήθελε να διώξει την ιδέα. Πίστευε πως οι ηρωισμοί πρέπει να αποφέρουν κέρδος και υπό τας παρούσας συνθήκας κέρδος δεν επρόκειτο να υπάρξει. Θεωρούσε μηδαμινό το κόστος από την αναμενόμενη αντίδραση της Ενώσεως Λογοτεχνών. Αυτοί, μάλλον, θα θεωρήσουν ευτύχημα το όλο θέμα, αφού θα τους δοθεί η χάρις κάτι να πουν. Άλλωστε, η τελευταία τους αντίδραση δεν ήταν τότε που ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισαν την αλλαγή χρώματος της στολής των οδοκαθαριστών; Χαμογέλασε ξανά. Από αυτούς δεν είχε λόγο να ανησυχεί. Άλλο τον βασάνιζε. Πόσο θα διαρκούσε το όλο θέμα στον τύπο; Οι απεχθείς δημοσιογράφοι θα έβαλλαν κατά της κυβερνήσεως, θα χτυπούσαν αλύπητα τον πρωθυπουργό και θα επιδίωκαν να αμαυρώσουν την εικόνα του ιδίου. Αμφέβαλλε αν ο φίλα προσκείμενος τύπος θα αντιδρούσε. Το ανάθεμα κανείς δε θα το ανεχόταν.  Άραγε, τι θα έκανε η Μικρά Εφημερίς του εκδότη και εξαδέλφου του, Θύμιου Ανασιάδη; Ήταν αβέβαιο αν θα τον υποστήριζε μετά από τη μεγάλη χορηγία που έλαβε από την Μητρόπολη Μαγούλας. Ναι. Ο Θύμιος αποσκίρτησε. Πολύ νωρίς εκδήλωσε δείγματα αγνωμοσύνης, όταν ο υπουργός αποφάσισε να μην εκτίθεται άλλο. Αλλά για το έντυπο αυτό θα μιλάμε τώρα; Εδώ είναι τα μεγαθήρια. Ποιος τολμά να τα βάλει μαζί τους; Βέβαια, ήταν και αυτό το παρελθόν που τον ακολουθούσε, έτοιμο να αποκαλύψει πολλά στους αδηφάγους δημοσιογράφους. Η επιστροφή του από το Βέλγιο ίσως να μην ήταν λανθασμένη ως επιλογή, αλλά σίγουρα ήταν βεβιασμένη ως ενέργεια. Ο θόρυβος για το θάνατο της συζύγου του Ναταλίας Λεοντίδου και προ πάντων οι περίεργες συνθήκες μέσα στις οποίες συνέβη, έστρεψαν τις υποψίες στο πρόσωπό του. Η ωραία φιλόλογος βρέθηκε νεκρή μέσα σε σκάφανδρο, πράγμα παράδοξο, που όμως συνδέθηκε ευθύς αμέσως με την παθολογική ζήλια που έτρεφε ο ίδιος, δήμαρχος τότε και πολλά υποσχόμενος νέος πολιτικός. Το ταξίδι του στο Βέλγιο και η παραμονή του εκεί έκανε να ξεχαστεί η υπόθεση. Άλλωστε, για τις διωκτικές αρχές η υπόθεση είχε κλείσει και τεθεί στο αρχείο. Επρόκειτο για αυτοχειρία. Σ’ αυτό συνηγορούσε η αδιαμφισβήτητη για πολλούς σχιζοφρενής μανιοκατάθλιψη της Ναταλίας. Οι διαδόσεις για δήθεν ερωτικές σχέσεις με μαθητή της τροφοδότησαν την περιέργεια κατάπτυστων μόνον εντύπων. Τι άραγε από όλα αυτά ήταν έτοιμοι να ανασύρουν οι εμπαθείς δημοσιογράφοι; Και πώς ο ίδιος θα απολογείτο στον πρωθυπουργό, ο οποίος του έτρεφε μεγάλη εμπιστοσύνη;
      Καθώς έπλενε τα χέρια του, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Χαμογέλασε ελαφρά. Ναι, δεν έπρεπε να ανησυχεί. Άλλωστε, κινήθηκε στη γραμμή των συμφωνηθέντων. Ο πρωθυπουργός θα τον συνέχαιρε, ήταν βέβαιος γι’ αυτό…
      Ο γδούπος που θα έκανε του σώμα του πέφτοντας στην άσφαλτο, για ένα πολλοστημόριο του δευτερολέπτου τού προκάλεσε την αίσθηση καταθρυμματισμού. Είδε τα μέλη του διάσπαρτα στην άσφαλτο και πλήθος τρομαγμένου κόσμου να κοιτούν και να υψώνουν το βλέμμα τους, προσπαθώντας να καταλάβουν. Και, τι περίεργο, δεν πονούσε. Μια αόρατη δύναμη αφαίρεσε από μέσα του το αίσθημα του πόνου και τον έκανε πανάλαφρο, σχεδόν ασώματο… Σαν αστραπή είδε το υπέροχο σώμα της Ναταλίας να τον προσπερνά, με τα χέρια της αναδεύοντας τα αιθέρια κύματα… ούτε που τον κοίταξε...απλώς τον προσπέρασε, έχοντας πλήρη την κυριαρχία στο δικό της συμπαντικό ταξίδι…


      Αθήνα, 2008                                      Μάριος Μιχαηλίδης