Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Λένε για μας: ο Παναγιώτης Νούτσος στην εφημερίδα Αυγή 26-1-2010


Ημερομηνία δημοσίευσης: 26/12/2010
Τώρα που οι φτωχοί δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, εργαζόμενοι και συνταξιούχοι, γίνονται φτωχότεροι, ήταν αναμενόμενο να υποστεί αισθητή μείωση και ο εσωτερικός «τουρισμός». Αν συνυπολογισθεί η εμφανής αύξηση του τιμαρίθμου και η έμμεση φορολογία που πλήττει καίρια τα χαμηλά εισοδήματα, καθώς και η απόδειξη των εισιτηρίων έχει εξαιρεθεί από το αφορολόγητο όριο των εισοδημάτων, καθίσταται προφανές τι σημαίνει ένα οικογενειακό ταξίδι σε μια τέτοια δυσχείμερη πραγματικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, όσο σφιχτή κι αν είναι η τσέπη μας, τα ερεθίσματα για έναν εναλλακτικό προβληματισμό θα μπορούσαν να δοθούν και σ' ένα δεύτερο «σπίτι»: σ' έναν χώρο μακριά από το καθημερινό πεδίο της εργασίας και συνάμα αρκετά κοντά στην οικογενειακή θαλπωρή και τις εγγενείς της φαντασιακές παραστάσεις. Μια μαθητεία στο «ταξιδεύειν» σημαίνει τη δυνατότητα να διπλασιάζεις τον κόσμο: πέρα απ' αυτόν που σε καθηλώνει στις ανάγκες και τους καταναγκασμούς του επιούσιου, διανοίγεται ένας δεύτερος που μπορεί να φέρει και τη σφραγίδα σου ή έστω την αγρύπνια σου.
Η «αναψυχή», σ' αυτήν την περίπτωση, δεν εξαντλείται στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης του ανθρώπου και, πολύ περισσότερο, δεν υποτάσσεται στην αναγκαιότητα του εργάσιμου χρόνου που προφανώς τη χρηματοδοτεί και την ενθαρρύνει. Είναι, επίσης, αντιληπτή η πολυσχιδής σήμερα εκμετάλλευση του «ελεύθερου χρόνου» στους κόλπους μιας «μαζικής κουλτούρας» που εμπορευματοποιεί ό,τι θα μπορούσε να αποτελεί αξία χρήσης και επομένως το μετατρέπει σε ανταλλακτική αξία. Η απάντηση στη γενικευόμενη τάση υπαγωγής του στον εργάσιμο χρόνο, μολονότι συχνά ελλιπής και αποσπασματική, θα μπορούσε να συνδέεται με τα στοιχεία μιας νέας ευαισθησίας που συνάγεται από νέες μορφές συλλογικότητας, μέσα σε «στέκια» αναψυχής που θα τείνουν να καταστούν εστίες πολιτικής παιδείας και κοινωνικών αντισωμάτων.
Ας δούμε από κοντά ένα νηολόγιο. Με τον ποιητή παρέα, μπορείς να καταπλεύσεις στη Σέριφο. Ο Μικρός ναυτίλος, που αποφαίνεται ότι «πλοίο διαρκείας η χώρα μου», επιχειρεί να διακρίνει γιατί το «ένα νησί χωρίζεται σε δύο ή τρία», με την υπόσχεση να μας υποδείξει πώς συντελείται η «διαρκής ανατροπή κάθε χρηστικής αντίληψης για τη φύση του υλικού κόσμου». Κι εκεί που αντιστέκεσαι σε έναν τέτοιο ποιητικό νατουραλισμό από την ανάποδη, έρχεται ο ίδιος ο ποιητής και από τη «γέφυρα ενός πλοίου» σου δείχνει, νοτιοανατολικότερα, τη Μήλο, την Κίμωλο, τη Φολέγανδρο, την Ίο και την «κόρη Θηρασία». Μάλιστα, με «ασβέστη και με θάλασσα» της σιγομιλάει: «Θα σου προσφέρω μια ζωή (τη ζωή που δεν αξιώθηκα) χωρίς αστυνόμους, χωρίς φακέλους, χωρίς κελιά. Μόνο μ' ένα λευκό πουλί πάνω από το κεφάλι σου». Ό,τι δηλαδή δεν πρόλαβαν να ονειρευθούν όσοι μετείχαν στην αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου (Αύγουστος 1916), με τους τέσσερις νεκρούς από βόλι των «βασιλικών χωροφυλάκων» στο Μεγάλο Λειβάδι.
Ένας άλλος τρόπος «ταξιδιού» είναι να βρεις την αντοχή να παρακολουθήσεις το «Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ με θέματα Υγείας», που πραγματοποιήθηκε για δεύτερη χρονιά στην Κω. Για παράδειγμα, ό,τι αφορά τα μεταλλαγμένα προϊόντα, την ικανότητα της μνήμης, την αγάπη της προσφοράς, τους νέους στην ψυχή, την αποξένωση και τον Ιπποκράτη στην Ολυμπία. Μόνο που στο ίδιο αυτό νησί δεν ξεδίνεις αποκλειστικά με το έργο «Λέσχη Χορού της Άιντα» («Ida's Dance Club»), με το διαγωνισμό χορού ζευγαριών να στρέφεται εναντίον κάθε «αντιξοότητας». Γιατί έχεις τη δυνατότητα να λάβεις μέρος στη «Λέσχη Ανάγνωσης Κω», που δραστηριοποιήθηκε με επιτυχία εδώ και τρία χρόνια, με τη ριζοσπαστική πρωτοβουλία μιας γυναικοπαρέας που δεν αποκλείει κανέναν. Ακόμη κι αν ειπωθεί ότι διαδέχθηκε το «Σύνδεσμο Πολιτικού και Κοινωνικού Διαλόγου», δακτυλοδεικτεί ευκρινέστερα πώς η εξοντωτική διαμάχη σχημάτων της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα οποία όμως προέρχονται από τους ίδιους πολιτικούς χώρους, δεν μπορούν να συγκαλύψουν ό,τι διενεργείται στην κεντρική πολιτική σκηνή και προφανώς αφορά όλη την επικράτεια, ιδίως τη νησιωτική.
Κάθε απόπειρα κατανόησης ενός κειμένου εγκλείει απελευθερωτικές δυνατότητες. Και το πιο ουσιαστικό: αυτή την απελευθερωτική έλξη τη συναντάς διαυγέστερα και αμεσότερα, όταν έχεις αποσείσει τα δεσμευτικά πρότυπα, την υστερόβουλη τακτική, το πολιτικό κόστος και ό,τι άλλο συνοδεύει τους δυσπρόσιτους «custodes sacrorum». Μόνο που το «διαβιβάζω» απλουστεύεται σε «διαβάζω», ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος «διαβάζει βουλωμένο γράμμα», με κύριο νοηματικό πυρήνα το «μεταφέρειν» ή «μεταδίδειν». Η «ανάγνωση», λοιπόν, ως «υπηρεσία διαβιβάσεων» του ιστορικού ως κοινωνικού όντος, τόσο παλαιότερα όσο και σήμερα με την ηλεκτρονική σκευή της σηματοδοσίας. «Διαβίβαση» νοημάτων επιχειρεί ο καθένας μας και συνάμα δέχεται «μηνύματα» και κάθε είδους συμβολικά αγαθά.
Σ' ένα τέτοιο «ταξίδι» υπονοείται η διαρκής εναλλαγή ρόλων. Όταν δηλαδή διδασκόμενοι καταλαμβάνουν επάξια τη θέση των διδασκόντων και τους ξεπερνούν. Έτσι μπορούν να περιορίσουν δραστικά την εξουσιαστική πλευρά των θεσμών μαθητείας, χωρίς ποτέ να την εξαφανίζουν, ακόμη κι αν υφίστανται αγωγή «υπνοπαιδείας», απ' όποια πλευρά κι αν σταθεί κανείς. Συναφώς, ενδέχεται να πολλαπλασιάζονται τα απρόοπτα που διαφεύγουν από την κανονι(στι)κότητα των λειτουργιών αυτής της μαθητείας. Προφανώς, εδώ και δεκαετίες, οι θεσμοί δημοσιότητας, «συμβατικοί» ή «εικονικοί», υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της σχολικής σφαίρας, άσχετα αν ο τωρινός μας «σχολαστικισμός» κάποτε είναι προϊόν της «σχόλης» και όχι του «σχολείου».
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΤΣΟΣ

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Ο Γιάννης Μακριδάκης στην Κω

Η λέσχη ανάγνωσης Κω σε συνεργασία με το ΕΚΕΒΙ φιλοξένησε στις 26 Φεβρουαρίου τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου « Λαγού μαλλί»


Στις 6.30 μ.μ ο χώρος του ΚΕΚ 1 είχε γεμίσει με κόσμο που ήθελε να γνωρίσει από κοντά τον συγγραφέα, να συζητήσει μαζί του και να του θέσει ερωτήσεις .


Τα μέλη της λέσχης ανάγνωσης, είχαμε ετοιμάσει μια σειρά ερωτήσεων με αναφορές στα προηγούμενα βιβλία του, με σκοπό να πάρουμε απαντήσεις σε ότι μας ξένισε, μας άρεσε, μας προβλημάτισε και ταυτόχρονα να δώσουμε την ευκαιρία σε όσους δεν είχαν προλάβει να διαβάσουν τα βιβλία του, να πάρουν μια γεύση για την θεματολογία τους.

Ο συγγραφέας, ομιλητικός, αναλυτικός και πρόθυμος να λύσει κάθε απορία, μας μίλησε για θέματα που μας απασχολούν σήμερα όπως το μεταναστευτικό, την οικονομική κρίση, την εκκλησία, τους συγγραφείς, την λογοτεχνία, τις γυναίκες αλλά και για τις προσωπικές του επιλογές, που τον οδήγησαν στο δρόμο της λογοτεχνίας, εγκαταλείποντας μια για πάντα το επάγγελμα του μαθηματικού. Παράλληλα μας μίλησε για το ερευνητικό του έργο και για τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η αγάπη για το τόπο του στο συγγραφικό του έργο.

Ενδεικτικά θα σταθούμε στα σημεία που μας έκαναν εντύπωση και αξίζει να τονίσουμε.

Ευαισθητοποιημένος στο θέμα των μεταναστών, εξέφρασε την άποψη ότι από τα χρόνια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου που σημειώθηκε μεγάλο μεταναστευτικό κύμα μέχρι και σήμερα δεν έχει αλλάξει τίποτα όσον αφορά την αντιμετώπιση των μεταναστών από την χώρα που τους υποδέχεται.


Ο ίδιος είναι υπέρ της ελεύθερης εισροής μεταναστών στην Ελλάδα από όπου και αν προέρχονται Πακιστάν, Αφγανιστάν, κ.α. Η άποψη του είναι να μην υπάρχουν υψωμένα τείχη αλλά η προσπάθεια των κρατών να αποβλέπει στην αφομοίωση των μεταναστών δίνοντας τους δουλειά, γη να καλλιεργούν .                                                                

Όσο για την ανεργία που επικαλείται το επίσημο κράτος, πιστεύει πως όλα αυτά τα νούμερα είναι πλασματικά και πως δεν μπορεί να υπάρχει ανεργία σε μια χώρα που υπάρχουν εργατικά χέρια και τεράστια γη για καλλιέργεια. Και συνεχίζει, πως όλοι πρέπει να κάνουμε την προσωπική μας επανάσταση, η οποία θα είναι η παραγωγική, αναλαμβάνοντας να καλλιεργούμε και να παράγουμε αυτά που μας είναι απαραίτητα.

Η σχέση του με την εκκλησία είναι μηδενική. Απεχθάνεται τους υποκριτές που η ζωή τους δεν συνάδει με τα όσα η θρησκεία προστάζει και προσπαθούν να διατηρούν την εικόνα του καλού χριστιανού μένοντας στο τυπικό μόνο μέρος καθώς και τους παπάδες, γι΄αυτό και προτιμά να επισκέπτεται τις εκκλησίες, όταν είναι άδειες.

Δεν πιστεύει στην τύχη, αλλά στην σκληρή δουλειά και στις προσωπικές επιλογές, οι οποίες είναι καθοριστικές και συσχετίζοντας το θέμα με το βιβλίο του «δεξιά τσέπη του ράσου» είπε πως ο καθένας μας ξέρει τι είναι αυτό που βάζει στη δεξιά τσέπη του δικού ράσου για να τον πάει μπροστά, ως κινητήριος δύναμη για την ζωή του.

Για το δικό του ταξίδι στη ζωή, είπε πως δεν το είχε κατά νου να γίνει συγγραφέας αλλά του προέκυψε μέσα από την αγάπη του για την έρευνα, στην οποία έχει αφιερώσει ατελείωτες ώρες δουλειάς για πολλά χρόνια, με αποτέλεσμα να έχει μαζέψει τόσο υλικό που η αναγκαιότητα να καταγραφεί ήταν επιβεβλημένη.

Εκτιμά τους συγγραφείς που γράφουν ανεπιτήδευτα όπως Α. Σουρουνη, Ι. Καρυστιάνη, Π.Μάτεσι κ.α. και όχι τους συγγραφείς του σαββατοκύριακου ή αυτούς που γράφουν μετά την κύρια απασχόλησή τους και τα βιβλία τους συγκαταλέγονται στα ευπώλητα των τελευταίων ετών.

Μίλησε με δυσπιστία για τους ευπώλητους συγγραφείς η οποίοι σήμερα μπορεί να κάνουν πωλήσεις έως και 200.000 αντίτυπα, αλλά είναι βέβαιος πως στο μέλλον δε θα τους θυμάται κανείς. Άλλωστε η αληθινή αξία ενός συγγραφέα φαίνεται στο πέρασμα του χρόνου. Ο χρόνος είναι αυτός που καταξιώνει ένα συγγραφέα.

Για τα δικά του βιβλία εξέφρασε την ελπίδα, ότι θα αντέξουν στο χρόνο, ότι η συχνότητα με την οποία γράφει τώρα λόγω του πλούσιου υλικού, στην πορεία θα φθίνει, όσο για την χρήση της ντοπιολαλιάς, την κάνει όχι γιατί έχει την ψευδαίσθηση πως συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στην διατήρηση της μια και ότι διατηρείται σήμερα πεθαίνει αύριο, αλλά γιατί του αρέσει, γιατί είναι η γλώσσα που μιλάει και ακούει σε καθημερινή βάση στο τόπο που ζει και από μόνη της είναι λογοτεχνία.


Επίσης θεωρεί πως είναι κρίμα κουβέντες κάποιου ψαρά, κάποιου τσοπάνη που τις ακούει και ανατριχιάζει να μην υπάρχουν και μέσα στα γραπτά του.

Η θεματολογία των βιβλίων του έχει να κάνει πάντα με γεγονότα, θρύλους, ανθρώπους, τοποθεσίες του νησιού του χωρίς να φοβάται πως αυτό στο μέλλον θα το περιορίσει θεματικά, αφού δεν έχει κανένα πρόβλημα, αν δεν έχει πια τίποτα να γράψει, να σταματήσει και να ασχοληθεί με το ψάρεμα.

Θέλει να γράφει πάντα και μόνο για θέματα που γνωρίζει καλά και έτσι αιτιολόγησε και την έλλειψη γυναικείων χαρακτήρων στα βιβλία του αφού, όπως είπε, δεν τις έχει κατανοήσει.

Τέλος έκανε και μια μικρή αναφορά στο νέο του βιβλίο μιλώντας μας περιληπτικά για το θέμα τονίζοντας την σημασία που έχει η πρώτη πρόταση στα βιβλία του και πόσο τον βασανίζει πάντα η εύρεσή της.

Το κοινό συμμετείχε στη συζήτηση κάνοντας αρκετές ερωτήσεις στον συγγραφέα, κάποιοι διαφώνησαν με συγκεκριμένες θέσεις του, όλοι όμως, όπως διαφάνηκε έφυγαν με θετική εντύπωση για τον Γιάννη Μακριδάκη, έναν άνθρωπο με ενδιαφέρουσα κοινωνική δράση και ένα νέο συγγραφέα που όλα δείχνουν πως έχει να δώσει πολλά στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Αναστασία Τσολάκη