Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Συγγραφοπαρουσίαση: Σώτη Τριανταφύλλου



Γιατί μου αρέσει η Σώτη; Καλή ερώτηση! Στην οποία δεν ξέρω να δώσω απάντηση.
Την ανακάλυψα πριν κάποια χρόνια με ένα κείμενό της στο διαδίκτυο: Το καπνιστικό γονίδιο.
Το έχω αυτό το γονίδιο και ξεκαρδίστηκα διαβάζοντας αυτό το άρθρο και αμέσως αναγνώρισα τον εαυτό μου μέσα στις φιγούρες που η Σώτη εικονογραφεί.
Από τότε άρχισα να ψάχνω άλλες δουλείες της, βρήκα πρώτα στο διαδίκτυο το διήγημα «Ο αρραβώνας της Μπέμπας» που περιλαμβάνεται στην συλλογή διηγημάτων των εκδόσεων Athens voice 4 ιστορίες της πόλης και μετά βρήκα την καταπληκτική σελίδα που ο Λάκης Φουρουκλάς της αφιερώνει και την επισκεπτόμουνα τακτικά. Έτσι σιγά σιγά έχω «περάσει» σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα και διηγήματα της: Θάνατος το πρωί, Αύριο μια άλλη χώρα, Συγχώρεση, Κινέζικα κουτιά, η Φυγή, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Λίγο από το αίμα σου, … και πολλά άλλα.
Υπάρχουνε κάποια κοινά μοτίβα στην γραφή της Σώτης, η ειρωνεία είναι σίγουρα το πιο εμφανές, το πρώτο που διαπιστώνω:
…ήταν τιμή να σου κόψουν το κεφάλι πάνω στο δροσερό αγγλικό χορτάρι. (σελ. 10)
… κοντολογίς, την εποχή της Μεταρρύθμισης, η Αγγλία ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο μέρος για να ζεις. (σελ. 14)
Μέσα σ’ αυτό το ανθυγεινό περιβάλλον, γεννήθηκε η Ιωάννα Γκρέυ. (σελ. 15)
Θάνατος το ξημέρωμα
Αυτή η ειρωνεία όμως έχει το σκοπό της: το χαμόγελο που σου ξεφεύγει με τις περιγραφές της σε βάζει σε σκέψη, και φέρνει ενδεχομένως καλύτερο αποτέλεσμα από αυτό που η συγγραφέας θα προσδοκούσε εάν χρησιμοποιούσε ένα πιο «σοβαροφανές» ύφος.
Ένα δεύτερο στοιχείο που αγαπώ πολύ στην Σώτη είναι η ευαισθησία που διαφαίνεται στα γραπτά της. Ευαισθησία που εκδηλώνει κυρίως προς τις αδύναμες ομάδες της κοινωνίας μας: τα παιδιά, τη νεολαία, τους αδικημένους της ζωής. Η ευαισθησία για την οποία μιλάω δεν είναι όμως αδυναμία. Πρόκειται για κάποιο είδος συμ-πάθειας που την κάνει να υποφέρει πραγματικά για τους καημούς των άλλων και να νιώθει στο πετσί της τα προβλήματά τους. Από αυτή τη ευαισθησία της πηγάζει και η έντονη αντίδρασή της μπροστά στην αδικία:
Βρισκόμουν σε έξαλλη κατάσταση και σκεφτόμουν σοβαρά να γραφτώ στη Νομική, να γίνω δικηγόρος. (σελ. 64)
Μου ερχόταν να ουρλιάξω. Όχι, στην πραγματικότητα, μου ερχόταν να βάλω βόμβα στην αίθουσα. … Τον Ναπ στην ηλεκτρική καρέκλα, τον έστειλε ένας δικαστής … για χάρη του οποίου θα μπορούσα να προσχωρήσω σε τρομοκρατική οργάνωση… ο δικαστής κάνει κομάντο, δηλαδή, ό,τι του καπνίζσει. Αν έχει ξυπνήσει στραβά το πρωί σε στέλνει στην Καρέκλα… (σελ. 67-68)
Θάνατος το ξημέρωμα
Η πλήρης συμπαράστασή της προς τους αδύναμους, τους ανυπεράσπιστους, είναι φανερή και από το βιβλίο «Αύριο μια άλλη χώρα», όπου μας παρουσιάζει μια προβληματική οικογένεια σε περίοδο δύσκολων καιρών: την αρχή της δικτατορίας της Χούντας. Εδώ η ιστορία παραδίδεται κυρίως στα δυο παιδιά που, άθελά τους, βρίσκονται μπλεγμένα σε μια οικογενειακή, πολιτική, ιστορική δίνη που τους στερεί το αναφαίρετο δικαίωμα σε όνειρα και ιδανικά.
Θα μπορούσα να πω ότι η Σώτη ανήκει στη ολιγομελή εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων που δεν εθελοτυφλούν, που δεν αφήνουν τις προκαταλήψεις και τις ψευδο-μίκρο-ευπρέπειες να επηρεάσουν την ικανότητα της κρίσης τους.
se tu penserai, se giudicherai da buon borghese
li condannerai a cinquemila anni più le spese,
ma se capirai, se li cercherai fino in fondo
se non sono gigli son pur sempre figli
vittime di questo mondo.
La città vecchia – Fabrizio de Andrè
εάν θα σκεφτείς και θα κρίνεις με το μάτι του καλού αστού, θα τους καταδικάσεις σε πέντε χιλιάδες χρόνια φυλάκισης και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, αλλά εάν δείχνεις κατανόηση, εάν προσπαθείς να βρεις την αληθινή ψυχή τους, θα δεις ότι παρόλο που δεν είναι κρίνοι αθωότητας, είναι ωστόσο άνθρωποι και θύματα αυτού του κόσμου.
«Η παλιά πόλη» - Φαμπρίτζιο Ντε Αντρέ.
Η βαθιά κατανόηση στην οποία αναφέρεται ο εξαίρετος ποιητής-τραγουδοποιός Fabrizio de André, απαλλαγμένη από προκατασκευασμένους τρόπους προσέγγισης, είναι αυτή που η Αντωνία νιώθει προς τον δολοφόνο της δεκάχρονης κορούλας της. Η Αντωνία λέει ότι καταφέρνει να ξεχωρίζει το κτήνος από τον άνθρωπο και φτάνει στην μεγαλόκαρδη και δύσκολη απόφαση να συγχωρέσει το κτήνος για να σώζει τον άνθρωπο.
Επανέλαβα από μέσα μου «Αν πεθάνει το κτήνος, θα πεθάνει κι ο άνθρωπος» (σελ. 92).
Δεν είχα υποκριθεί, δεν είχα κάνει καμιά προσπάθεια: απλώς, είχα συγχωρέσει τον Λουκάς Κλίφτον. Δεν είχα μπορέσει να ξεχάσω, είχα μπορέσει όμως να τον συγχωρέσω, και συγχωρώντας τον, ένιωθα πως δεν τον περιφρονούσα καν, και πως, αν ένιωθα κάτι γι’ αυτόν, ήταν λύπη. (σελ. 105)
Συγχώρεση
Επειδή
η ζωή είναι μια κλωτσιά στο κεφάλι, (και) ο καθένας προστατεύεται όπως μπορεί (σελ. 183)
Λίγο από το αίμα σου
εάν δεν αλληλοβοηθιόμαστε σε αυτό τον κόσμο, τι μας μένει; Τι μας κάνει να ξεχωριστούμε από τα κτήνη που θεωρούμε κατώτερά μας; Βέβαια έτσι όπως είμαστε, ο καθένας ζει μοναχός και αβοήθητος τη ζωή του. Λέμε ωραία λόγια για την αλληλεγγύη, και την στήριξη του ενός προς τον άλλον, αλλά η αλήθεια είναι ότι είμαστε μοναχικές οντότητες που περιστρεφόμαστε γύρω από το έγω μας. Ο Malone μας το αποδεικνύει, ένας ιδιωτικός πράκτορας που τάχα ερευνά για κάποιες δολοφονίες στην Τσάιναταουν, ουσιαστικά όμως περιφέρεται ολομόναχος στους δρόμους της πολύβουης συνοικίας. Τα «Κινέζικα κουτιά» δεν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα όπως θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Υπάρχουν μεν όλα τα σωστά συστατικά του αμερικάνικου νουάρ, αλλά θα έλεγα ότι πρόκειται για δοκίμιο περί μοναξιάς.
Η Σώτη δεν μας αφηγείται μυθοπλασμένες ιστορίες, δεν μας μιλάει για φαντάσματα, για μεταφυσικά φαινόμενα ή υπερφυσικά όντα, δεν διηγείται τίποτα σχετικά με τα πολυσυζητημένα θέματα της καταστροφής της Σμύρνης και της ανταλλαγής των πληθυσμών. Μας μιλάει για τον σημερινό εαυτό μας, για την πραγματική ζωή και τα αληθινά προβλήματά της. Δίνοντας έτσι ένα ιερό σκοπό στη γραφή της: να αφυπνίσει τα κοιμισμένα μυαλά μας, να ξαναζωντανέψει την ικανότητα αυτόνομης σκέψης. Εξάλλου, ποιος ο ρόλος του διανοούμενου εάν όχι αυτός;
Διαβάζονται, και κυρίως γράφονται πολλά βιβλία, τα πιο πολλά από αυτά όμως δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να μας χαϊδεύουν και να μας κολακεύουν πάντα με τις ίδιες διαμορφωμένες-προκατασκευασμένες αντιλήψεις, κυνηγώντας μάλλον τις πρώτες θέσεις στις λίστες των ευπώλητων.
Αντιθέτως, η γραφή της Σώτης φαίνεται να είναι αυτό που βάζει τον Eugene Stamps να μας πει: (σελ. 344)
- Γιατί γράφετε;
- Επειδή είμαι θυμωμένος.
Να! Το βρήκα επιτέλους τι μου αρέσει στα βιβλία της Σώτης: και είναι πάλι ο Εugene που με βοηθάει να το καταλάβω, όταν λέει ότι αν θα προσευχόταν για κάτι θα ήταν (σελ. 145)
να μη γίνει ποτέ άνθρωπος χωρίς ερωτηματικά, τα ερωτηματικά τον έκαναν αυτό που ήταν.
Λίγο από το αίμα σου
Άρα η πολύπλευρη, η πολυσπουδαγμένη, η κοσμογυρισμένη, η πολύγλωσση γυναίκα, καθηγήτρια πανεπιστημίου, συγγραφέας, opinionist, μεταφράστρια και πολλά άλλα, είναι ένας απλός άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να θέτει ερωτήματα στον εαυτό της.
Είναι από τους λίγους που έχει πράγματι κάτι να μας πει. Ας την ακούσουμε, λοιπόν!
Και περιμένουμε με λαχτάρα το τελευταίο βιβλίο της «Ο χρόνος πάλι» ISBN 978-960-16-3410-4 που σύντομα θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Πατάκη στη σειρά υπό την διεύθυνση του Μισέλ Φάις «Η κουζίνα του συγγραφέα».
giuseppina

Μα, ναι, ναι, δεν είμαστε έκπτωτοι άγγελοι, είμαστε απόγονοι πρωτόγονων ζώων, μην περιμένετε πολλά από μας (29 ιστορίες απόγνωσης, σελ. 75)





View more presentations from ZiaPupa.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

"Ο Οστεοφύλαξ"


Από την περασμένη χρονιά χρωστάμε μια ανάρτηση αφιερωμένη στο Μάριο Μιχαηλίδη και το βιβλίο του "Ο Οστεοφύλαξ". Ένα διαφορετικό, ιδιόρρυθμο βιβλίο που μας δίχασε ως λέσχη, αν και όλοι συμφωνήσαμε ότι η γραφή ήταν εξαιρετική και το θέμα πρωτότυπο. Ωστόσο η κριτική που μας εξέφρασε ήταν αυτή του Δημήτρη Αθηνάκη, από το εξαιρετικό ιστολόγιο που διαθέτει http://athinakisdimitris.wordpress.com/.

Ο κ. Αθηνάκης μας επέτρεψε να αναδημοσιεύσουμε την κριτική του και τον ευχαριστούμε ειλικρινά γι' αυτό.
"Γύρω-γύρω όλοι, στη μέση ο Οστεοφύλαξ∙ και το οστεοφυλάκιό του. Ο Μάριος Μιχαηλίδης, γνωστός μέχρι σήμερα για την ποίησή του, στο πρώτο του μυθιστόρημα δημιουργεί μιαν αλληγορία για την εξουσία και το πάθος γι’ αυτήν∙ χτίζει ένα μυθιστόρημα για τη σχέση μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων, που παρ’ όλη τη «φυσική» τους κατάσταση και οι μεν και οι δε, δε σταματούν ν’ αλληλοεπηρεάζονται. Ο «Οστεοφύλαξ» είναι, κοντολογίς, ένα κείμενο-μανιφέστο εναντίον όλων όσοι ζουν, αλλά και πεθαίνουν, μέσα στον αγώνα για επιβολή έναντι των υπολοίπων.

Ο οστεοφύλαξ έχει τη δουλειά του ως το άλφα και το ωμέγα τής ζωής του. Ζει κι αναπνέει μόνο και μόνο για να φυλάσσει και να περιποιείται τους κιβωτιόσχημους (όσους δηλαδή έχουν εκταφιαστεί και μπήκαν σε κιβώτια στο οστεοφυλάκιο) και να τους κρατά μακριά απ’ τ’ αδιάκριτα βλέμματα κι αγγίγματα των ακόμα ζωντανών. Έχοντας τοποθετήσει μια κάμερα στο εσωτερικό του οστεοφυλακίου, παρακολουθεί νυχθημερόν μ’ άγρυπνο μάτι τα τεκταινόμενα στο χώρο της φύλαξης των οστών. Ο χώρος αυτός έχει τη σημασία του και την εσωτερική του δομή: αλλού βρίσκονται τοποθετημένοι οι «κομμουνιστοσυμμορίτες» κι αλλού οι «κομμουνιστοφάγοι», αλλού έχουν τοποθετηθεί οι λήσταρχοι κι αλλού οι δωσίλογοι, αλλού κι αλλιώς, πιο επίσημα, οι μητροπολίτες κι αλλού ο «λαουτζίκος». Ακόμη, λοιπόν, και μέσα σ’ έναν άψυχο χώρο (με ή χωρίς εισαγωγικά) οι διακρίσεις και οι συμπάθειες ή αντιπάθειες είναι εμφανείς.

Γύρω απ’ όλ’ αυτά δημιουργούνται καταστάσεις απείρου κάλλους, όπως αναλήψεις και απώλειες εξουσίας, γαϊτανάκια πρωτοκαθεδριών και θέματα διεθνικά που αναφύονται εξαιτίας ενός καταστροφικού σεισμού που ανασύρει στην επιφάνεια θέματα καλής γειτονίας με την Αλβανία και τη Βουλγαρία, μέσω της αναστύλωσης και επιδιόρθωσης των τοιχογραφιών, εξαιτίας της διαμάχης σε ποιον ανήκουν και για ποιον προορίζονται όλ’ αυτά. Οι κιβωτιόσχημοι, απ’ την άλλη, ανήμποροι ν’ αντιδράσουν υλικώς, ασκούν επιρροή άλλως πώς: μ’ αυτό που υπήρξαν εν ζωή αλλά και μέσω όσων προσφιλών τους προσώπων ζουν και διεκδικούν μια καλύτερη «μοίρα» γι’ αυτούς στο οστεοφυλάκιο ή εξαιτίας αυτού που υπήρξαν εν ζωή κάνουν τους άλλους νομίζουν ότι μπορούν να συμπεριφέρονται ωσάν να είναι ακόμα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η χήρα του δημάρχου που ασκεί, μέσω της όποιας γοητείας της, επιρροή στους πάντες και τα πάντα.

Το κείμενο είναι εξ ολοκλήρου γραμμένο στο τρίτο αφηγηματικό πρόσωπο. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι η γλώσσα που ο Μιχαηλίδης χρησιμοποιεί και που εναλλάσσεται μεταξύ δημώδους καθαρεύουσας και δημοτικής. Όταν, με λίγα λόγια, η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από σοβαρά εκκλησιαστικά ή ιστορικά στοιχεία διατηρεί ένα λόγιο χαρακτήρα, όταν, όμως, ξεπερνά τα όρια αυτά, μοιάζει να «κουράζεται» κι επιστρέφει για λίγο στη δημοτική. Μοιάζει ο συγγραφέας να παίζει μεταξύ ενός καμβά πάνω στον οποίο σχεδιάζει και χρωματίζει, ανάλογα με την περίσταση, τη εν χρήσει γλώσσα την οποία διαμορφώνει πάλι ανάλογα με τη ροή του λόγου του. Θέλει, κατά τα φαινόμενα, ν’ αποδώσει το σχήμα της δυναμικής εκκίνησης που στο διάβα της εξαντλείται, παίρνει μιαν ανάσα και ξαναορμά.

Συμβολικά, επίσης, είναι και τα ονόματα που χρησιμοποιούνται: ο νεοφώτιστος της εξουσίας του νεκροταφείου, ονομάζεται «Μανωλάκης» (Εμμανουήλ ήταν τ’ όνομα του Ιησού), εμφανίζονται γυναίκες με ονόματα όπως «Μαγδαληνή», «Θεοξένη» κ.λπ. παρμένα απ’ την Αγία Γραφή, αλλά και η χήρα του δημάρχου ως Ναταλία που στα λατινικά σημαίνει «ζωή», «γέννημα» κ.τ.τ.

Ο «Οστεοφύλαξ» είναι ένα σαφές σχόλιο για τη μανία της εξουσίας αλλά -παράλληλα- και για τη μικροπρέπεια και το μικροαστισμό που διέπει αυτούς που τη συναναστρέφονται, έστω και με όρους συμβιβασμού ή προσωρινότητας. Το σχήμα «οστεοφύλακας-οστεοφυλάκιο-κιβωτιόσχημοι-ζώντες» θα μπορούσε ν’ αντικατασταθεί εύκολα και κατ’ αντιστοιχία με το σχήμα «μανία για την εξουσία-εξουσία-αντικείμενο εξουσίας-εμπόδια και πειρασμοί για την εξουσία». Αυτός ο συμβολισμός μπορεί, αφενός, να λειτουργεί καταλυτικά και ν’ αποτελεί εύρημα για το μυθιστόρημα, αφετέρου όμως, μας πάει πίσω σε μια λογοτεχνική άποψη που έχει από καιρό παρέλθει. Πιο συγκεκριμένα, τα απλά συμβολικά σχήματα που διαχέονται στον «Οστεοφύλακα» του Μιχαηλίδη είναι παραδομένα στην ευκολία, απ’ τη μια, του χτισίματος μιας ιστορίας, αλλά, απ’ την άλλη, η γλώσσα της αφήγησης τα ομορφαίνει μ’ εκείνα τα στολίδια που φέρουν μια νοσταλγία του περασμένου.

Η επαναλαμβανόμενη αναφορά της φράσης «τωόντι, θλιβερά τα Βαλκάνια» οδηγεί αυτόχρημα στη σκέψη ότι ο συγγραφέας θέλει, όχι απολύτως επιτυχώς εκ του αποτελέσματος, να μιλήσει και για την κατάσταση που επικρατεί στα Βαλκάνια στην εποχή μας. Μέσα απ’ όλα όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και απ’ την αναφορά του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και Πάσης Αλβανίας ή διαφόρων άλλων που προέρχονται απ’ την ευρύτερη περιοχή, ο Μιχαηλίδης θέλει ν’ αναφερθεί δηκτικά και ίσως με μια κάποια απογοήτευση, για τη σχέση μεταξύ των χωρών αυτής της περιοχής, που αντί να πορεύονται εν ειρήνη και με όρους καλής γειτονίας, για θέματα και πάλι πρωτοκαθεδρίας αυτές διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τα μεγαλύτερη οφέλη της μιας έναντι της άλλης, δημιουργώντας έτσι μιαν ιστορική ασυνέχεια για τη χερσόνησο του Αίμου.

Αυτό που θα συναντήσει κανείς κατά την ανάγνωση, είναι ότι ο Μάριος Μιχαηλίδης δεν μπλοφάρει, θέλοντας γι’ άλλα να μιλήσει και γι’ άλλα τελικά μιλάει. Η σαφήνεια και η ευκρίνεια των απόψεών του, καθώς και η επικρατούσα του ποιητικότητα, είναι ευθύβολες∙ τίποτα στον «Οστεοφύλακα» δεν υπάρχει που να κρύβεται∙ τα πάντα είναι ξεκάθαρο αντικαθρέφτισμα του παρόντος κόσμου, έστω και μέσω της αναφοράς σε κόκαλα άλλοτε ζωντανών και σε οστεοφυλάκια άλλοτε σφύζοντα από «ζωή».

Η εξουσία, εν προκειμένω, σ’ αντίθεση με τη γλώσσα, και κόκαλα έχει και κόκαλα τσακίζει… "

[Ο Μάριος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στην Κύπρο. Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα κι εργάζεται στην ιδιωτική εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές κι έχει βραβευτεί απ’ το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Σαν άλλοθι οι λέξεις» (Μεταίχμιο 2003). Ο «Οστεοφύλαξ» ήταν υποψήφιος για τα βραβεία των περιοδικών «Διαβάζω» και «(δε)κατα»]
Δημήτρης Αθηνάκης